papet…

Σεληνιακό Πάρκο – Σκέψεις και Ημέρες

Ο Μυστικός Σιδηρόδρομος


May the Force b with u…
papet

20 Φεβρουαρίου 2008 Posted by | Παραμύθια | 1 σχόλιο

Το Μικρό Χαριτωμένο Χαμηλό Χαμομηλάκι και το Γαϊδουράγκαθο

Μια φορά κι έναν καιρό, στην άκρη ενός πευκοδάσους, ζούσε ένα μικρό χαριτωμένο χαμηλό χαμομηλάκι. Τα φύλλα του ήταν πολλά. Δεν μπήκε ποτέ στον κόπο να τα μετρήσει. Ποιος ο λόγος άλλωστε; Ήταν οι πρώτες μέρες της άνοιξης και είχε καλύτερα πράγματα να κάνει. Παρατηρούσε τα πουλιά και τις πεταλούδες που χόρευαν γύρω του, μύριζε τα αρώματα που έρχονταν από το δάσος και χαμογελούσε με τον αέρα που έκανε τα αγριόχορτα να του γαργαλάνε τα πόδια.

 

Στο ίδιο μέρος, λίγα εκατοστά πιο μακριά, ζούσε ένα γαϊδουράγκαθο. Ήταν ψηλό, με δυνατό κορμό, κοφτερά αγκάθια και ένα μεγάλο μωβ λουλούδι. Η αλήθεια είναι πως έδειχνε -και ήταν- πολύ επιβλητικό. Στεκόταν αγέρωχο και έδειχνε να χαίρεται τη θέση του, ψηλότερα από όλα τα υπόλοιπα φυτά της περιοχής. Ήταν όμως ψηλομύτικο και σκληρός χαρακτήρας. Η σχέση του με τα υπόλοιπα φυτά δεν ήταν καλή. Πώς θα μπορούσαν άλλωστε να το συμπαθήσουν έτσι όπως ήταν γεμάτο σαρκασμό και έτοιμο να ειρωνευτεί οποιονδήποτε για το παραμικρό;

 

Μια φορά, το μικρό χαριτωμένο χαμηλό χαμομηλάκι, όταν διασταυρώθηκαν για πρώτη φορά τα βλέμματα τους, του είπε χαμογελαστά : “Καλημέρα φίλε μου…”. Αντί να απαντήσει, το γαϊδουράγκαθο τινάχτηκε επιδέξια και εκτόξευσε ένα μικρό αγκάθι του προς το χαμομηλάκι, καταφέρνοντάς του ένα μικρό σκίσιμο σε ένα από τα φυλλαράκια του.

 

“Αααχ! Αυτό πόνεσε…” διαμαρτυρήθηκε το χαμομηλάκι.

 

“Ας πρόσεχες!…” του είπε αυστηρά το γαϊδουράγκαθο. “…που να σε δω έτσι όπως είσαι άσχημο και μπασμένο”. Και λύθηκε στα γέλια.

 

Ο καιρός περνούσε και το γαϊδουράγκαθο πείραζε συνεχώς το μικρό χαριτωμένο χαμηλό χαμομηλάκι. “Χα χα χα… Πως είσαι έτσι;”, “Πάλι θα αφήσεις να σου πάρουνε τη γύρη; Κορόιδο…”.

 

Καυχιόταν ακόμα για τον εαυτό του: “Εγώ είναι ψηλό, όμορφο και δυνατό. Κανείς δεν τολμάει να τα βάλει μαζί μου. Τα δυνατά αγκάθια μου θα τον κάνουν να το μετανιώσει…”

 

Το μικρό χαριτωμένο χαμηλό χαμομηλάκι δεν παραπονιόταν. Η αλήθεια ήταν πως ακόμα και αυτά τα πειράγματα του γαϊδουράγκαθου ήταν η μοναδική ένδειξη πως κάποιος πρόσεχε ότι υπήρχε. Τα υπόλοιπα φυτά δεν του έδιναν σημασία και σπάνια το άκουγαν όποτε μίλαγε επειδή ήταν πολύ χαμηλό και ντροπαλό.

 

Τις νύχτες, το μικρό χαριτωμένο χαμηλό χαμομηλάκι σκεφτόταν τρόπους για να απαντήσει στις προσβολές του γαϊδουράγκαθου και την αδιαφορία των άλλων. Δεν το έκανε όμως ποτέ, κι ας είχε έτοιμες τις απαντήσεις. Κάποιες φορές μόνο τις συλλογιζόταν για να μη νιώθει τόσο άσχημα όταν το σχολίαζαν. Έτσι κυλούσαν οι μέρες στην άκρη του μακρινού πευκοδάσους.

 

Μια μέρα, τη στιγμή που το γαϊδουράγκαθο επιδιδόταν στην αγαπημένη του ασχολία, το πείραγμα των υπολοίπων, συνέβη κάτι το απρόβλεπτο. Δυο άνθρωποι, που πέρναγαν από εκεί κοντά σταμάτησαν και άρχισαν να συζητούν. Ο ένας από αυτούς ξαφνικά κοίταξε επίμονα το γαϊδουράγκαθο, λες και καταλάβαινε την οδύνη που προκαλούσε στα άλλα φυτά, και με μια γρήγορη κίνηση το ξερίζωσε επιδέξια.

 

“Καλά έκανες…” είπε ο άλλος άνθρωπος, “θα έβγαζε κανένα μάτι εκεί…”.

 

Αφού κουβέντιασαν λίγο ακόμα, οι άνθρωποι έφυγαν. Τότε έπεσε σιωπή. Κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που είχε συμβεί. Το άλλοτε παντοδύναμο και μισητό γαϊδουράγκαθο βρισκόταν πεταμένο και άψυχο πάνω στα αγριόχορτα.

 

Από εκείνη τη μέρα τα πάντα άλλαξαν. Γελιέται όμως όποιος νομίζει πως το μικρό χαριτωμένο χαμηλό χαμομηλάκι ήταν ευτυχισμένο. Αν και τα πειράγματα του γαϊδουράγκαθου το ενοχλούσαν και το έκαναν να νιώθει άσχημα, ήταν τα τελευταία λόγια που του είχε απευθύνει κανείς.

 

Το μικρό χαριτωμένο χαμηλό χαμομηλάκι ένιωθε μοναξιά. Σα να μη έφτανε αυτό, ο καιρός είχε περάσει και ένιωθε πως γερνούσε. Ο κορμός του πια δεν το βαστούσε με την ίδια δύναμη, τα φύλλα του είχαν αρχίσει να χάνουν την παλιά τους φρεσκάδα… Ήξερε πως το τέλος του δεν ήταν μακριά. Στενοχωριόταν. Δεν είχε κανέναν να μοιραστεί τις σκέψεις του, κανέναν να γελάσει ή έστω να καυγαδίσει. Έτσι μέρα με τη μέρα μαραινόταν ακόμα πιο πολύ.

 

Ο καιρός είχε πια ζεστάνει αρκετά. Ένα πρωί, το μικρό χαριτωμένο χαμηλό χαμομηλάκι ένιωθε πως εκείνο ήταν το τελευταίο του πρωινό. Ευχήθηκε λοιπόν με όλη του τη δύναμη να γίνει ένα θαύμα. Να του δοθεί η ευκαιρία να μιλήσει. Είχε κάτι σημαντικό να πει. Όμως τι; Δε θυμόταν πια. Το χαμομηλάκι κοίταξε κουρασμένα δυο μικρά παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι που είχαν καθήσει κοντά του και απολάμβαναν τον ήλιο. Αχ, ας μπορούσε να τους μιλήσει, ας μπορούσαν να το ακούσουν…

 

Με αυτές τις σκέψεις πέρασε η ώρα και ήρθε το μεσημέρι… Κάποια στιγμή, το χαμομηλάκι είδε το κορίτσι που καθόταν κοντά του να δίνει ένα φιλί στο μικρό αγόρι και να φεύγει. Πριν προλάβει να σκεφτεί τίποτα, το αγοράκι γύρισε προς το μέρος του, κοίταξε το μικρό χαριτωμένο χαμηλό χαμομηλάκι και το πήρε στα χέρια του.

 

Λίγες στιγμές πριν παραδώσει την ψυχή του, το χαμομηλάκι ένιωσε να βγαίνουν τα φυλλαράκια του ένα – ένα και άκουσε μια αγορίστικη φωνή να λεει: “Μ’ αγαπά, δε μ’ αγαπά…μ’ αγαπά, δε μ’ αγαπά…”

 

Μια φορά κι έναν καιρό, στην άκρη ενός πευκοδάσους, ζούσε ένα μικρό χαριτωμένο χαμηλό χαμομηλάκι. Τα φύλλα του ήταν επτά.

 

May the Force b with u…

papet

5 Μαρτίου 2007 Posted by | Παραμύθια | 9 Σχόλια

Ο Ιπτάμενος Πειρατής

Κώστα, το σχόλιό σου μου θύμισε ένα παλιό μου παραμύθι. Το έψαξα, το βρήκα. Το αναδημοσιεύω…

Το φθινόπωρο είχε μπει πια για τα καλά. Στην κάτω μεριά της πλατείας του μικρού χωριού ήταν στριμωγμένο όλο το περιθώριο. Άνθρωποι που ποτέ στη ζωή τους δεν τους νοιάστηκε κανείς ή, κι αν αυτό κάποτε είχε γίνει, τώρα εισέπρατταν την αδιαφορία και την περιφρόνηση.

Μεθυσμένος, σε ένα ξεχαρβαλωμένο παγκάκι, καθόταν ένας πειρατής. Στο ένα του χέρι κρατούσε μια μισοάδεια μπουκάλα από κρασί. Τα μάτια του ήταν κόκκινα και τα ρούχα του έλαμπαν παράξενα εκείνη τη νύχτα, κάτω από το λιγοστό φως του φεγγαριού. Ξάφνου, χωρίς να έχει προηγηθεί κάτι συγκεκριμένο, ο πειρατής με τη μπουκάλα στο χέρι, σηκώθηκε αργά αλλά αποφασιστικά από τη θέση του. Έκανε μερικά βήματα και με μεγάλη δυσκολία είναι αλήθεια, πλησίασε το πηγάδι που βρισκόταν στο κέντρο της πλατείας. Άρχισε τότε να φωνάζει και να διαλαλεί πως τα πνεύματα της θάλασσας του είχαν δείξει, ότι σε εκείνο το πηγάδι, εκείνη τη συγκεκριμένη νύχτα, θα μπορούσε αυτός και μόνο αυτός, να βρει το μαγικό κρασί, το φάρμακο για όλες τις αρρώστιες.

Ελάχιστοι ήταν αυτοί που άκουσαν τα λόγια του, και ακόμα πιο λίγοι αυτοί που έδωσαν σημασία. Ο πειρατής πήρε ξαφνικά ύφος απόμακρο, κι άρχισε, με ιεροτελεστικό τρόπο,  να χύνει στο πηγάδι το λιγοστό περιεχόμενο της μπουκάλας που κρατούσε. Ενώ το κρασί κόντευε να αδειάσει όλο και καθώς ο πειρατής δεχόταν τα ειρωνικά σχόλια των περαστικών, σαν από θαύμα, θαρρείς πως συνωμότησε η βαρύτητα και το ελαφρό αεράκι που φυσούσε παρέσυρε τον πειρατή στον πάτο του ξεροπήγαδου. Όσοι βρίσκονταν εκεί γύρω, αν και τρόμαξαν πολύ, από το μεθύσι τους δεν μπορούσαν να βγάλουν άχνα. Μόνο τα μάτια τους πετάχτηκαν κοιτάζοντας κατά το πηγάδι, τεντώνοντας συνάμα τα αφτιά τους, περιμένοντας να ακούσουν το γδούπο του μεθυσμένου και ταλαιπωρημένου σώματος, μόλις αυτό θα ακουμπούσε στο έδαφος. Έμειναν όμως με την αγωνία… κανένας κρότος, ήχος ή θόρυβος, μόνο σιωπή.

Οι λίγες στιγμές που πέρασαν τους φάνηκαν ατέλειωτες. Ένοιωθαν όλοι τους τόσο αδύναμοι να κινηθούν, να αντιδράσουν έστω. Μόνο ένα παιδάκι, ένα δωδεκάχρονο αγόρι που τυχαία πέρναγε από εκεί, έτρεξε σαστισμένο κοιτώντας μέσα από το μικρό άνοιγμα του πηγαδιού. Η έκπληξη και η αγωνία του, μεγάλωσαν ακόμα περισσότερο, όταν ένοιωσε το πρόσωπό του να φωτίζεται από ένα απόμακρο πρασινωπό φως.

Μέσα στη ζαλάδα του, ακόμα και αυτό, το αθώο και εύπιστο παιδικό μυαλό του, δυσκολευόταν να πιστέψει αυτό που έβλεπαν τα μάτια του. Το εσωτερικό του πηγαδιού ήτανε φωτισμένο. Μέσα του υπήρχε μια θάλασσα, μια θάλασσα παράξενη, γεμάτη κύματα, αφρούς, πλοία πειρατικά, λογιών λογιών θαλασσινά φυτά, κούφιες σπηλιές παμπάλαιων βράχων φαγωμένων από τον καιρό και τη φουρτούνα, ψαροπούλια, αέρας θαλασσινός και στη μέση όλων αυτών, να πετάει με ένα τρόπο μαγικό, απίστευτα φωτισμένος και ελαφρύς εκείνος, ο μεθυσμένος πειρατής με τη μπουκάλα. Έδειχνε χαρούμενος και ευτυχισμένος έτσι καθώς περιφερόταν άσκοπα, ρουφώντας με λαχτάρα τον αέρα που έσκαγε με μανία στο αιωρούμενο σώμα του, και έπαιζε σαν άλλο γλαροπούλι, ακολουθώντας τα χνάρια που άφηναν τα πλοία στο διάβα τους. Κάποτε, γύριζε και χαιρετούσε το μικρό αποσβολωμένο παρατηρητή του, πότε γνέφοντάς του με το χέρι να πάει κοντά, πότε κλείνοντας του συνωμοτικά το μάτι.

Χωρίς καλά-καλά να το καταλάβει, το δωδεκάχρονο αγόρι, βρέθηκε να χορεύει παρέα με τον ιπτάμενο πειρατή έναν χορό αλλιώτικο, έναν χορό ανάμεσα σε σύννεφα και σε αλμυρό νερό, ανάμεσα στο ψέμα και την αλήθεια, έναν χορό ελεύθερο κι αντιστασιακό μαζί. Ένοιωθε έντονα κάθε κομμάτι του σώματός του, το είναι του ολόκληρο είχε επαναστατήσει και ήταν η πρώτη φορά που γευόταν τη ζωντάνια του…

Η κηδεία του αγοριού έγινε το άλλο απόγευμα. Όλοι μίλαγαν για το καημένο το παιδάκι που έγινε θύμα της δικιάς του καλοσύνης, προσπαθώντας να βοηθήσει έναν αποτυχημένο παλιομέθυσο που αποφάσισε να δώσει τέλος στην, ούτως ή άλλως, άχρηστη ζωή του. Τον πειρατή, τον είχαν θάψει το ίδιο πρωί σε ένα ομαδικό τάφο. Μόνο λίγοι αλήτες, άνθρωποι του δρόμου ξεχασμένοι από καιρό, πήγαν για να τον χαιρετήσουν. Ένας από αυτούς πρόσεξε ότι, η μπουκάλα που κρατούσε στα χέρια του το προηγούμενο βράδυ, είχε μείνει άθικτη και καλά σφιγμένη στο χέρι του νεκρού, και πως μέσα της υπήρχε ένα τσαλακωμένο χαρτί, κάτι σαν σημείωμα ναυαγού. Το πήρε και το ξεδίπλωσε ανόρεχτα. Το σημείωμα έγραφε : «Όσο πιο βαθιά σκάψεις στη γη, τόσο πιο ψηλά, να είσαι σίγουρος, θα βρεθείς στον ουρανό». Το ξανατσαλάκωσε και το πέταξε στα σκουπίδια.

May the Force b with u…

papet

13 Ιουνίου 2006 Posted by | Παραμύθια | 1 σχόλιο