papet…

Σεληνιακό Πάρκο – Σκέψεις και Ημέρες

Σκόρπιες Ιδέες, Ορφανές

Να το! Πάλι με πιάνει αυτό το κάτι και δεν μπορώ να σταματήσω να σκέφτομαι ή να γράφω. Άτιμο πράγμα το μυαλό, άτιμη και η επικοινωνία. Πάνω ακριβώς που λεω “Φτάνει. Ως εδώ ήταν. Τώρα τα έχω όλα υπό έλεγχο.”, ξαφνικά πετάγεται μια ιδέα από το πουθενά και δε με αφήνει να ησυχάσω.

Συνήθως η ιδέα αυτή ξεχνιέται γρήγορα και είναι λίγες οι φορές που έχει κάποιο αποτέλεσμα ή ακόμα περισσότερο υιοθετείται. Σπάνια βρίσκει μια θέση ικανή και άξια αναφοράς, προστίθεται όμως και μεγαλώνει ανεπαίσθητα το πλήθος των αποριών και των ενδιαφερόντων μου.

Τις ιδέες αυτές τις ονομάζω “ορφανές”. Δεν ασχολούμαστε πολύ μαζί τους, δεν τις προσέχουμε αρκετά, ούτε τις αναγνωρίζουμε ως σημαντικές. Σήμερα νιώθω την ανάγκη να κάνω μια γιορτή για το προσωπικό μου ορφανοτροφείο και να παρουσιάσω στο κοινό μερικές από τις παραμελημένες εκπροσώπους του.

Εγώ: Ήρωας και Θύμα
Πρώτη και καλύτερη ανάμεσά τους, φιγουράρει “Η Θέση του Εγώ”. Όποτε σκεφτόμαστε, συζητάμε, ονειρευόμαστε ή προτείνουμε κάτι, δεν αφήνουμε ποτέ τον εαυτό μας έξω από το σύστημα, αντίθετα μάλιστα θεωρούμε ότι αξίζουμε να βρισκόμαστε στο κέντρο του. Ίσως φταιει το ότι μεγαλώνουμε με την ψευδαίσθηση πως είμαστε σπουδαίοι. Μια ψευδαίσθηση που άθελά τους μας προκαλούν οι γονείς και οι υπόλοιποι συγγενείς μας όταν είμαστε μικροί. Μπορώ να αναφέρω αμέτρητες περιπτώσεις που εκνευρίζομαι με μια κατάσταση που επικρατεί, όπως για παράδειγμα στο εκπαιδευτικό μας σύστημα, ενώ ταυτόχρονα φαντάζομαι μια άλλη, ιδανική και ιδεατή προφανώς, στην οποία μου αποδίδεται κάποια σημαντική θέση από ένα αόρατο χέρι δικαιοσύνης. Εθελοτυφλεί ή ψεύδεται όποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν έχει νιώσει ή φανταστεί κάτι τέτοιο. Ότι αξίζει δηλαδή πολύ περισσότερο από όσο του έχουν επιτρέψει οι συνθήκες να φανεί. Ο καθένας μας ξέρει για τον εαυτό του πόσο αξίζει. Ο καθένας μας πιστεύει για τον εαυτό του ότι αξίζει πολλά. “Ε, ρε και να ‘μουν εγώ στη θέση αυτών που αποφασίζουν για τα μεγάλα…”

Τα Παραμύθια της Χαλιμάς
Κάπως έτσι περνάμε στη δεύτερη ιδέα που λεει: “Ε, ρε και να ‘μουν εγώ στη θέση αυτών που αποφασίζουν για τα μεγάλα… Σιγά μην επέλεγα εγώ αυτά τα παραμύθια για τα παιδιά μας…” Είναι λοιπόν περίεργο, αλλά πάντα τα παραμύθια τραβούσαν την προσοχή μου. Όχι επειδή ήταν εντυπωσιακά, μα επειδή κάτι με ξένιζε και μου προκαλούσε φόβο. Μεγάλωσα μέχρι να αντιληφθώ ότι τα κλασσικά παραμύθια δεν είναι τίποτε άλλο παρά ωραιοποιημένες ιστορίες τρόμου. Τα πιο μακροσκελή ίσως να μπορούσαν να γυριστούν και ταινίες θρίλερ. Το μολυβένιο στρατιωτάκι χάνει το πόδι του επειδή λιώνει, στη βασίλισσα του χιονιού οι παγωμένες νιφάδες κόβουν σαν ξυράφι τα μάτια και τυφλώνουν, ενώ ο κακός λύκος τρωει (ή βιάζει) γιαγιά και κοκκινοσκουφίτσα. Η Χιονάτη δηλητηριάζεται από μέλος της οικογένειάς της και τοποθετείται σε ένα φέρετρο από κάτι περίεργους νάνους τη στιγμή που η ζωή της Αλίκης που έχει πάρει ναρκωτικά, απειλείται από μια ντάμα κούπα στη Χώρα των Θαυμάτων. Οι απορίες μου διαδέχονται η μία την άλλη. Πώς είναι δυνατόν αυτές οι ιστορίες να απευθύνονται σε παιδιά; Πως γίνεται να θεωρούνται κλασσικές και να έχουν τόση διάδοση και τόσο μεγάλη διάρκεια ζωής; Ποια μπορεί να είναι η ψυχική κατάσταση ενός ανθρώπου που δημιουργεί τέτοια νοητικά κατασκευάσματα; Υπάρχει όντως σημαντικό παιδαγωγικό όφελος κατά τη διήγηση αυτών των ιστοριών;

Άγιοι Προσοδοφόροι
Οι περίεργες ιστορίες βέβαια δεν είναι προνόμιο μόνο του παρελθόντος. Ακόμη και σήμερα κατασκευάζονται αντίστοιχες ιστορίες, μόνο που απευθύνονται σε ενήλικες. Έστω κι αν θεωρήσει κανείς ότι στην περίπτωση των παραμυθιών ένας από τους λόγους συγγραφής ήταν η προσωπική έκφραση και ικανοποίηση, τουλάχιστον τα προσχήματα διατηρούνταν και κανείς δεν υποστήριζε ότι πρόκειται για αληθινές ιστορίες. Σήμερα τα παραμύθια παρουσιάζονται ως ιστορικά ντοκουμέντα και πίσω από όλα βρίσκεται ένας και μοναδικός στόχος, που δεν είναι άλλος από το κέρδος. Τιτλοφορούνται μάλιστα με ηχηρές λέξεις και προσπαθώντας να αποφύγουν την όποια έρευνα με το θέμα καταφεύγουν στο μοναδικό ασφαλή, απυρόβλητο χώρο της πίστης. “Βίοι Αγίων”, “Τα θαύματα του Οσίου Σαρδανάπαλου”, “Ο Οσιομάρτυρας Μήτσος από την Άνω Παναγιά” και ούτω καθ’ εξής. Με κίνητρο το χρήμα, πρόσχημα τα θαύματα και υπό την ανοχή αλλά και την προστασία ισχυρών προσώπων της εκκλησίας, τα τελευταία χρόνια στήνονται ολόκληρες επιχειρήσεις, εξαιρετικά προσοδοφόρες με τη μορφή μοναστηριών. Με το χρόνο, αποδεικνύεται τελικά πως είναι πραγματικά εξαιρετικά έξυπνη επιχειρηματική κίνηση η εφεύρεση θαυματουργών αγίων. Οι πιστοί συρρέουν ελπίζοντας σε ένα θαύμα τη στιγμή που κάποιοι αετονύχηδες τρίβουν τα χέρια τους από ικανοποίηση. Και μια απορία της στιγμής: Πόσοι φυγόδικοι, κατάδικοι και ύποπτοι, χωρίς ίχνος πίστης, καταφεύγουν σε μοναστήρια και ιδιαίτερα στο Άγιο Όρος προσπαθώντας να κρυφτούν υποδυόμενοι τους μοναχούς;

Αμερικάνοι, ποιος κινεί τα νήματα;
Είναι τα χρήματα που διαμορφώνουν πολιτικές και ορίζουν τις κινήσεις μας. Ποιοι βρίσκονται πίσω από αυτά όμως; Είναι παιδαριώδες να πιστέψουμε πως οι πολιτικοί κυβερνούν. Καταλαβαίνουμε όλοι μας πως στην πραγματικότητα είναι μαριονέτες που προσπαθούν με κάθε τρόπο να ανέλθουν ή να παραμείνουν στην εξουσία. Μου φαίνεται όμως εξίσου λανθασμένο να υποθέσουμε ότι αυτοί που αποφασίζουν είναι μερικοί, μετρημένοι στα δάχτυλα, επιχειρηματίες. Το περίεργο είναι ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι τόσο χορτασμένοι από πλούτη που δεν έχουν ουσιαστικά κανένα λόγο να επιδιώκουν περισσότερα. Με κίνδυνο να θεωρηθώ ρομαντικός, υποστηρίζω πως είναι για εμένα αδιανόητο κάποιος ήδη πλούσιος να προκαλεί πολέμους μόνο και μόνο για να κερδίσει περισσότερα χρήματα. Αντιλαμβάνομαι πως η απληστία μπορεί να δικαιολογήσει κάτι τέτοιο αλλά αρνούμαι να πιστέψω την παντελή έλλειψη ανθρωπιάς από οποιονδήποτε νοήμονα, έστω και ψυχικά διαταραγμένο άνθρωπο. Φυσικά, συνεχίζω να μην καταλαβαίνω.

Στρατός ο ευλογημένος, τι κάνουμε εδώ;
Δεν καταλαβαίνω όπως και δεν καταλάβαινα και παλιότερα διάφορα πράγματα. Ένα από αυτά είναι και ο στρατός, όπως και η σχέση του με την εκκλησία. Μάλλον υπάρχει κάτι που συνδέει στενά αυτές τις δύο οργανώσεις αλλά δεν το έχω ανακαλύψει ακόμα. Θυμάμαι μου έκανε εντύπωση όταν άκουσα κατά τη διάρκεια λειτουργίας σε εκκλησία την ευλογία υπέρ των στρατευμάτων. Μα καλά, ο καλός ο Θεός δεν είναι που έδωσε την εντολή “Ου φονεύσεις”; Πως γίνεται τώρα να ευλογεί τα κανόνια; Τέλος πάντων, ας το προσπεράσουμε αυτό.

Το θέμα που με απασχολεί περισσότερο είναι ότι επί χρόνια προσπαθώ να βρω το λόγο ύπαρξης στρατευμάτων και δεν μπορώ. Όποιος έχει ζήσει αυτήν την εμπειρία καταλαβαίνει αμέσως πως κανένας στρατός δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιόμαχος, με τη λογική ότι δεν είναι σε θέση να υπερασπιστεί τίποτα και κανέναν σε περιπτώσεις επίθεσης με σύγχρονα μέσα (βλ. βιολογικός πόλεμος). Θυμάμαι πριν χρόνια, όταν υπηρετούσα ως έφεδρος αξιωματικός τη θητεία μου έκανα μια αντίστοιχη ερώτηση για το σκοπό διατήρησης στρατευμάτων στο διοικητή της μονάδας. Ο διάλογος, αν και έχει περάσει αρκετός καιρός, χαράχτηκε έντονα στη μνήμη μου και κατά συνέπεια είναι αρκετά ακριβής:

– Κύριε διοικητά, έχω μια απορία σχετική με το στρατό. Είμαστε εδώ μαζεμένοι στο στρατόπεδο περίπου 200 άτομα. Άλλος προσπαθεί περισσότερο, άλλος λιγότερο, άλλος καθόλου να κάνουμε πράγματα… Αλήθεια, τι κάνουμε εδώ;
– Χα, χα, χα… Α, ρε δόκιμε, με έκανες και γέλασα… Λοιπόν, να σου πω κάτι; Όταν, πριν από 28 χρόνια μπήκα στη Σχολή Ευελπίδων είχα την ίδια απορία με εσένα. Και ξέρεις; Ακόμα την έχω! Έδωσα όμως μια απάντηση για να μην ταλαιπωρώ τον εαυτό μου. Να στην πω κι εσένα;
– Φυσικά…
– Λοιπόν, ο στρατός υπάρχει για τρεις λόγους. Ο πρώτος είναι για να αγοράζουμε όπλα από αμερικάνους, γερμανούς κλπ και να μας δίνουν ανταλλάγματα σε διπλωματικό επίπεδο. Ο δεύτερος είναι για να δώσουμε δουλειά σε κατοίκους ακριτικών περιοχών που αν δεν υπήρχε ο στρατός θα πείναγαν. Ο τρίτος λόγος είναι και ο πιο αστείος αλλά και ο πιο σημαντικός δόκιμε. Ο στρατός υπάρχει για να κάνουμε παρελάσεις! Μάλιστα. Να κάνουμε παρελάσεις και να νιώθει ο κόσμος ασφάλεια και σιγουριά. Σε κάλυψα;

Φιλόσοφοι Χωριάτες.
Έχω αρχίσει τον τελευταίο καιρό να καλύπτομαι από θέσεις που ίσως παλιότερα να απέρριπτα ως αναχρονιστικές ή απλοϊκές. Αρχίζω, για παράδειγμα, να εκτιμώ τη συμπεριφορά ανθρώπων που με χλευαστικό τόνο αποκαλούσα “Χωριάτες”. Μπορεί το τακτ να μην είναι το δυνατό του σημείο, όμως ο “χωριάταρος” φίλος δε θα σε κρεμάσει, ούτε θα σου τη φέρει από πίσω, όχι γιατί είναι καλύτερος άνθρωπος αλλά επειδή ξέρει ότι αν σου κάνει “λαδιά”, την επόμενη μέρα θα του την έχεις στημένη και θα έχει έρθει η σειρά του. Ο χωριάτης, αν σε αγαπάει θα γίνει χαλί να τον πατήσεις, αν πάλι σε αντιπαθεί δε θα το κρύψει. “Δώσε θάρρος στο χωριάτη να σου ανέβει στο κρεβάτι” λεει η παροιμία, αλλά δεν εξετάζει το πώς νιώθει ο χωριάτης γι΄ αυτό. Θεωρώ σχεδόν σίγουρο ότι ελπίζει να σου το ανταποδώσει.

Δεν προσπαθώ να εξάρω κάθε “χωριάτικη” συμπεριφορά. Απλώς υπενθυμίζω ότι μπορεί κανείς να βρει σε αυτή πράξεις αυθεντικές και στάση ζωής φιλοσοφημένη, έστω και υπό το πρίσμα μιας κάπως περίεργης οπτικής.

Τοπικές συμπάθειες
Δεν ξέρω ποιος είναι ο λόγος, αλλά νιώθω μια ιδιαίτερη συμπάθεια για:
– Τους Κρητικούς. Είναι περίεργοι άνθρωποι, αυθεντικοί στη συμπεριφορά τους, ικανοί να κάνουν το μεγαλύτερο καλό και το μεγαλύτερο κακό. Στο μυαλό μου τους θεωρώ “ειδική κατηγορία ανθρώπων”. Διαφέρουν. Κάνει “μπαμ” από μακριά.
– Τους Θεσσαλονικείς και τους Πειραιώτες. Τους βάζω πάντα μαζί χωρίς να είμαι σίγουρος γιατί. Το σίγουρο είναι πως τόσο οι ίδιοι, όσο και οι πόλεις τους, μου ασκούν μια παράξενη γοητεία και με κάνουν να νιώθω ζεστασιά.

Advertisements

17 Ιουλίου 2006 Posted by | Διάφορα | 1 σχόλιο

Οι Επαγγελματίες

Από μικρός απορούσα με την έννοια του επαγγελματία. Φανταζόμουν πάντα κάποιον που είναι συνέχεια σοβαρός, με ύφος ανέκφραστο και παγωμένο, ενώ ο λόγος, οι πράξεις και οι κινήσεις του διέπονται από επισημότητα. Ο επαγγελματίας δε γελούσε, ούτε φερόταν φιλικά. Ήταν όμως πάντα θαυμαστός.
Αργότερα διδάχτηκα ότι ο επαγγελματίας είναι ένας ρόλος που οφείλουμε να υποδυόμαστε τουλάχιστον 8 ώρες την ημέρα από τις 16 που θεωρητικά είμαστε ξύπνιοι. Είναι δηλαδή ένα καμουφλάρισμα, ένα μακιγιάζ που φοράμε στη μισή μας ζωή.
Ποια είναι τα χαρακτηριστικά του; Πολλά, αλλά κυρίως η σταθερότητα στη συμπεριφορά και η απεμπλοκή από οποιαδήποτε ανάμειξη της προσωπικής του ταυτότητας, που αμαυρώνει ανεπανόρθωτα την άψογη, τυπική επαγγελματική εικόνα. Ένας επαγγελματίας δεν επιτρέπεται να δείχνει ποιος πραγματικά είναι, κρατάει αποστάσεις και αποφεύγει επιμελώς να νιώσει το παραμικρό συναίσθημα για τους συνεργάτες του και γενικότερα για τους ανθρώπους με τους οποίους έρχεται σε επαφή. Κυνηγάει την τελειότητα, κι ας ξέρει ότι δεν υπάρχει, αναγνωρίζει και εξάρει ό,τι υπακούει σε τυπικούς κανόνες, ενώ εντυπωσιάζεται και υποκλίνεται στην αρτιότητα πολλών, συνήθως ακριβών, αντικειμένων.
Ο σωστός επαγγελματίας αξιώνει οι άλλοι να τον αντιμετωπίζουν κι αυτοί “επαγγελματικά”, δυσφορεί ή δεν ανέχεται καθόλου ό,τι είναι “στο περίπου” και είναι ιδιαίτερα απαιτητικός τόσο με τους συνανθρώπους του, όσο όμως και με τον ίδιο του τον εαυτό.
Αυτό το τελευταίο χαρακτηριστικό των υψηλών απαιτήσεων, μαζί με το πάθος για σταθερότητα (κάπου άκουσα πως λέγεται ΜακΝτοναλντισμός! -η αξία για σταθερή, αν και όχι κατ’ ανάγκη, υψηλή ποιότητα σε προσφερόμενες υπηρεσίες και προϊόντα-), παρ’ όλο που αρχικά δείχνουν εξαιρετικές αρετές, τρυπώνουν ύποπτα στις υπόλοιπες 8 ώρες της ημέρας και αρνούνται στον επαγγελματία να χαλαρώσει και να απολαύσει τις χαρές της ζωής.
Ο καναπές μετατρέπεται από ένα από απλό κάθισμα σε υψηλής αξίας αντικείμενο από μαόνι και ιταλικό ύφασμα, που ο επαγγελματίας προσέχει κατά τη χρήση “μην του λεκιαστεί”, το αυτοκίνητο παύει να είναι μεταφορικό μέσο και αναλαμβάνει να υπενθυμίζει σε όλους το κοινωνικό και οικονομικό status του ιδιοκτήτη του, ενώ τα ρούχα του επαγγελματία, ακόμα και τα εκτός εργασίας, ακολουθούν πιστά κάποιους κανόνες καθωσπρεπισμού, άσχετα με το αν ταιριάζουν ή συμφωνούν με τις αισθητικές προτιμήσεις του.
Εν κατακλείδι, ο επαγγελματίας της ζωής δυσκολεύεται να γευθεί στο ακέραιο πολλές από τις εμπειρίες της, εξ’ αιτίας του άγχους του να διατηρούνται κάποια αόρατα “standards” και της επίκτητης εμμονής του να γίνονται όλα με αξιοπρέπεια και “καθώς πρέπει”.
Έχοντας κατά νου τα παραπάνω, εξηγείται και η νέα τάση των ανθρώπων να προγραμματίζουν τα πάντα στη ζωή τους. Ο σωστός προγραμματισμός είναι πλέον απαραίτητος αν θέλουμε να πάμε διακοπές, να περάσουμε ένα σαββατιάτικο απόγευμα με φίλους, ή να παρακολουθήσουμε μια συναυλία. Τα πάντα είναι προδιαγεγραμμένα ενώ αν κάτι πάει στραβά, είναι πολύ δύσκολο να προσαρμοστούμε στις νέες συνθήκες.
Διάβασα κάπου για ένα σύνθημα σε τοίχο, που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση: “Ήσουν καλό ρομπότ σήμερα;”. Αν και η αρχική αντίδρασή μου ήταν να μειδιάσω, δεν άργησα να βρω συμπεριφορές οικείων προσώπων που θα μπορούσαν να έχουν ως απάντηση στην παραπάνω ερώτηση το επαγγελματικό “Μάλιστα” (προφανώς, αντί οποιασδήποτε άλλης θετικής απόκρισης).
Με στενοχωρεί ακόμα το πρόσφατο περιστατικό κατά το οποίο ένας φίλος που είχα να δω καιρό μου τηλεφώνησε εκδηλώνοντας την επιθυμία του να συναντηθούμε. Η στιχομυθία που ακολουθεί είναι 100% αυθεντική και 100% απογοητευτική:
– Λοιπόν, θα πάμε να πιούμε μαζί έναν καφέ;
– Ναι, βέβαια. Πότε μπορείς;
– Να πούμε για τη μεθεπόμενη Κυριακή στις τέσσερις και τέταρτο το απόγευμα;
– Εεεε… Πώς σου ‘ρθε αυτό;
– Να, έχω κενό μέχρι τις έξι και θα ήθελα να έχουμε αρκετό χρόνο για να τα πούμε.
– …
Η αλήθεια είναι πως εκείνη τη στιγμή έμεινα άφωνος και δε σκέφτηκα να του προτείνω να μου στείλει πιο πριν με e-mail με τα νέα του, ώστε να βελτιστοποιήσουμε την αποδοτικότητα του χρόνου της συνεύρεσής μας!
Μετά από όλα αυτά αγαπητέ αναγνώστη, αρχίζω να σκέφτομαι σοβαρά να κάνω κάποιες σημαντικές αλλαγές στη ζωή μου. Μάλλον θα ξεκινήσω μετακομίζοντας στην επαρχία χτίζοντας μόνος μου ένα σπίτι με το δικό μου ερασιτεχνικό “τρόπο”. Οι τοίχοι του μάλλον θα είναι “περίπου” ίσιοι και η μόνωσή του “σχεδόν” επαρκής. Θα πηγαίνω στο καφενείο “όταν” θα είμαι έτοιμος, “κάποια στιγμή” το απόγευμα. Αν μάλιστα είμαι τυχερός και ο καφές έχει και φουσκάλες, τότε ποιος με πιάνει! Αυτή είναι ζωή. Ζήτω! Περίπου.

May the Force b with u…
papet

ΥΓ. Φαντάζομαι πως είναι ο επαγγελματισμός μας, που έκανε τη ντομάτα “βιομηχανική”, δηλαδή κατακόκκινη, ολοστρόγγυλη, με λεπτή φλούδα και χωρίς γεύση.

12 Ιουλίου 2006 Posted by | Διάφορα | 1 σχόλιο

Στο Γιουσουρούμ

Σάββατο ξημερώματα. Δε με παίρνει ο ύπνος, ούτε βιάζομαι όμως να κοιμηθώ. Δοκιμάζω να δω μια ταινία στην τηλεόραση. Απογοήτευση. Αν και δεν την έχω ξαναδεί, ακόμα κι αν έχασα την αρχή, μπαίνω αμέσως στο κλίμα, καταλαβαίνω τι έχει συμβεί, συμπαθώ και αγωνιώ για τους ήρωες, νιώθω απέχθεια απέναντι στους “κόντρα” χαρακτήρες, σύντομα όμως ηρεμώ, προβλέποντας με επιτυχία το ευτυχές τέλος της ταινίας.

Συνειδητοποιώ ότι ενώ παράγονται ταινίες “με το τσουβάλι”, οι περισσότερες στερούνται πρωτοτυπίας και ουσιαστικά αποτελούν διασκευές των πασίγνωστων σεναρίων “Η όμορφη κοπέλα και το παλικάρι”, “Το καλό Αμερικανάκι”, “Γέλα με τον γκαφατζή” και 2-3 ακόμα.

Σχεδόν ταυτόχρονα με αυτή τη σκέψη, παρατάω την τηλεόραση και στρέφομαι στην παλιά μου αγάπη, το βιβλίο. Κοιτάζοντας όμως τη βιβλιοθήκη απογοητεύομαι και πάλι. Εκτός ορισμένων περιπτώσεων, αρκεί να δω το όνομα του συγγραφέα για να υποθέσω το περιεχόμενο, το στυλ γραφής, την πλοκή, το εύρημα, την κατάληξη.

Στα βιβλία βέβαια, η κατάσταση είναι καλύτερη και οι όποιες ομοιότητες σε μεγάλο βαθμό δικαιολογημένες. Τα “αληθινά” βιβλία είναι αποτέλεσμα έμμονων ιδεών και θα ήταν παράλογο να ζητήσει κανείς από ένα συγγραφέα να απαρνηθεί τον προσωπικό τρόπο έκφρασής του για χάρη της ποικιλίας.

Δυστυχώς όμως, ανακαλύπτω πως οι περιπτώσεις “αληθινών” βιβλίων σπανίζουν, τουλάχιστον στη δικιά μου βιβλιοθήκη, της οποίας το μεγαλύτερο μέρος καταλαμβάνουν εφήμερα “best sellers”, εμπορικά προϊόντα με προμελετημένο target group, συγκεκριμένες προβλέψεις πωλήσεων και στρατηγικές προώθησης. Πρόκειται συνήθως για κατασκευάσματα άρτια, ευκολοδιάβαστα, τεχνικά προσεγμένα, με μελετημένες δόσεις αγωνίας, ενθουσιασμού, τρόμου, ή ό,τι άλλο. Κάποια από αυτά έχουν μάλιστα τη ζηλευτή ιδιότητα να είναι καθηλωτικά και να “αναγκάζουν” τον αναγνώστη να συνεχίσει το διάβασμα ακόμα κι αν είναι κουρασμένος ή δεν έχει αρκετή ώρα στη διάθεσή του γι’ αυτό.

Εντυπωσιάζομαι, συνεχίζω όμως να έχω την αίσθηση ότι από αυτές τις “παραγωγές”, είτε είναι βιβλία ή ταινίες, απουσιάζει το, σημαντικότατο για εμένα, στοιχείο της αυθεντικότητας. Κάνοντας έναν, κάπως περίεργο, συνειρμό, θυμάμαι μια έκφραση που άκουσα πρόσφατα για τη ζωή των πολιτικών και των εν γένει δημοσίων προσώπων: “Life in a fishbowl”, κάτι αντίστοιχο με το “Ζωή σα μαριονέτα”. Σκέφτομαι τους στίχους:

“Άδειο το βλέμμα σου, κούφιες οι ώρες μας,
στα ενυδρεία σε έχωσαν ζωή,
συνηθισμένοι καθένας στο ρόλο του…
– Κι η φαντασία μας;
– Έχει χαθεί…

Την ξεπουλήσαμε στο Γιουσουρούμ
για ένα κουστούμ’, για ένα κουστούμ’

Την ξεπουλήσαμε στο Γιουσουρούμ
για ένα κουστούμ’, για ένα κουστούμ’ ”

Φοβάμαι, μήπως ξεπουληθήκαμε όλοι μας, χωρίς να το πάρουμε χαμπάρι. Μήπως χάσαμε το νόημα. Φοβάμαι μήπως διαβάζω βιβλία, μόνο για να τα διαβάσω, χωρίς τη συμμετοχή της φαντασίας μου στην ανάγνωση. Τρέμω στην ιδέα πως τα παιδιά και τα εγγόνια μου δε θα παίζουν, αλλά θα “χρησιμοποιούν” παιχνίδια.

Η κούραση κερδίζει τη μάχη με το σώμα μου. Με παίρνει ο ύπνος. Βλέπω ένα περίεργο όνειρο. Το περιεχόμενό του δεν έχει σημασία αυτή τη στιγμή. Ελπίζω μόνο οι επόμενες γενιές να ονειρεύονται ακόμα. Τουλάχιστον.

May the Force b with u…
papet

ΥΓ. Βρίσκομαι πρόσφατα σε ένα σπίτι που φιλοξενεί με την ευκαιρία μιας γιορτής πέντε παιδιά 6-7 ετών. Εντυπωσιάζομαι από τις αλλόκοτες ζωγραφιές, τις απίθανες ιδέες και τις τρελές ιστορίες που λένε μεταξύ τους. Χαμογελάω. Νομίζω πως λάμπω ολόκληρος.

7 Ιουλίου 2006 Posted by | Διάφορα | Σχολιάστε