papet…

Σεληνιακό Πάρκο – Σκέψεις και Ημέρες

Ο Ιπτάμενος Πειρατής

Κώστα, το σχόλιό σου μου θύμισε ένα παλιό μου παραμύθι. Το έψαξα, το βρήκα. Το αναδημοσιεύω…

Το φθινόπωρο είχε μπει πια για τα καλά. Στην κάτω μεριά της πλατείας του μικρού χωριού ήταν στριμωγμένο όλο το περιθώριο. Άνθρωποι που ποτέ στη ζωή τους δεν τους νοιάστηκε κανείς ή, κι αν αυτό κάποτε είχε γίνει, τώρα εισέπρατταν την αδιαφορία και την περιφρόνηση.

Μεθυσμένος, σε ένα ξεχαρβαλωμένο παγκάκι, καθόταν ένας πειρατής. Στο ένα του χέρι κρατούσε μια μισοάδεια μπουκάλα από κρασί. Τα μάτια του ήταν κόκκινα και τα ρούχα του έλαμπαν παράξενα εκείνη τη νύχτα, κάτω από το λιγοστό φως του φεγγαριού. Ξάφνου, χωρίς να έχει προηγηθεί κάτι συγκεκριμένο, ο πειρατής με τη μπουκάλα στο χέρι, σηκώθηκε αργά αλλά αποφασιστικά από τη θέση του. Έκανε μερικά βήματα και με μεγάλη δυσκολία είναι αλήθεια, πλησίασε το πηγάδι που βρισκόταν στο κέντρο της πλατείας. Άρχισε τότε να φωνάζει και να διαλαλεί πως τα πνεύματα της θάλασσας του είχαν δείξει, ότι σε εκείνο το πηγάδι, εκείνη τη συγκεκριμένη νύχτα, θα μπορούσε αυτός και μόνο αυτός, να βρει το μαγικό κρασί, το φάρμακο για όλες τις αρρώστιες.

Ελάχιστοι ήταν αυτοί που άκουσαν τα λόγια του, και ακόμα πιο λίγοι αυτοί που έδωσαν σημασία. Ο πειρατής πήρε ξαφνικά ύφος απόμακρο, κι άρχισε, με ιεροτελεστικό τρόπο,  να χύνει στο πηγάδι το λιγοστό περιεχόμενο της μπουκάλας που κρατούσε. Ενώ το κρασί κόντευε να αδειάσει όλο και καθώς ο πειρατής δεχόταν τα ειρωνικά σχόλια των περαστικών, σαν από θαύμα, θαρρείς πως συνωμότησε η βαρύτητα και το ελαφρό αεράκι που φυσούσε παρέσυρε τον πειρατή στον πάτο του ξεροπήγαδου. Όσοι βρίσκονταν εκεί γύρω, αν και τρόμαξαν πολύ, από το μεθύσι τους δεν μπορούσαν να βγάλουν άχνα. Μόνο τα μάτια τους πετάχτηκαν κοιτάζοντας κατά το πηγάδι, τεντώνοντας συνάμα τα αφτιά τους, περιμένοντας να ακούσουν το γδούπο του μεθυσμένου και ταλαιπωρημένου σώματος, μόλις αυτό θα ακουμπούσε στο έδαφος. Έμειναν όμως με την αγωνία… κανένας κρότος, ήχος ή θόρυβος, μόνο σιωπή.

Οι λίγες στιγμές που πέρασαν τους φάνηκαν ατέλειωτες. Ένοιωθαν όλοι τους τόσο αδύναμοι να κινηθούν, να αντιδράσουν έστω. Μόνο ένα παιδάκι, ένα δωδεκάχρονο αγόρι που τυχαία πέρναγε από εκεί, έτρεξε σαστισμένο κοιτώντας μέσα από το μικρό άνοιγμα του πηγαδιού. Η έκπληξη και η αγωνία του, μεγάλωσαν ακόμα περισσότερο, όταν ένοιωσε το πρόσωπό του να φωτίζεται από ένα απόμακρο πρασινωπό φως.

Μέσα στη ζαλάδα του, ακόμα και αυτό, το αθώο και εύπιστο παιδικό μυαλό του, δυσκολευόταν να πιστέψει αυτό που έβλεπαν τα μάτια του. Το εσωτερικό του πηγαδιού ήτανε φωτισμένο. Μέσα του υπήρχε μια θάλασσα, μια θάλασσα παράξενη, γεμάτη κύματα, αφρούς, πλοία πειρατικά, λογιών λογιών θαλασσινά φυτά, κούφιες σπηλιές παμπάλαιων βράχων φαγωμένων από τον καιρό και τη φουρτούνα, ψαροπούλια, αέρας θαλασσινός και στη μέση όλων αυτών, να πετάει με ένα τρόπο μαγικό, απίστευτα φωτισμένος και ελαφρύς εκείνος, ο μεθυσμένος πειρατής με τη μπουκάλα. Έδειχνε χαρούμενος και ευτυχισμένος έτσι καθώς περιφερόταν άσκοπα, ρουφώντας με λαχτάρα τον αέρα που έσκαγε με μανία στο αιωρούμενο σώμα του, και έπαιζε σαν άλλο γλαροπούλι, ακολουθώντας τα χνάρια που άφηναν τα πλοία στο διάβα τους. Κάποτε, γύριζε και χαιρετούσε το μικρό αποσβολωμένο παρατηρητή του, πότε γνέφοντάς του με το χέρι να πάει κοντά, πότε κλείνοντας του συνωμοτικά το μάτι.

Χωρίς καλά-καλά να το καταλάβει, το δωδεκάχρονο αγόρι, βρέθηκε να χορεύει παρέα με τον ιπτάμενο πειρατή έναν χορό αλλιώτικο, έναν χορό ανάμεσα σε σύννεφα και σε αλμυρό νερό, ανάμεσα στο ψέμα και την αλήθεια, έναν χορό ελεύθερο κι αντιστασιακό μαζί. Ένοιωθε έντονα κάθε κομμάτι του σώματός του, το είναι του ολόκληρο είχε επαναστατήσει και ήταν η πρώτη φορά που γευόταν τη ζωντάνια του…

Η κηδεία του αγοριού έγινε το άλλο απόγευμα. Όλοι μίλαγαν για το καημένο το παιδάκι που έγινε θύμα της δικιάς του καλοσύνης, προσπαθώντας να βοηθήσει έναν αποτυχημένο παλιομέθυσο που αποφάσισε να δώσει τέλος στην, ούτως ή άλλως, άχρηστη ζωή του. Τον πειρατή, τον είχαν θάψει το ίδιο πρωί σε ένα ομαδικό τάφο. Μόνο λίγοι αλήτες, άνθρωποι του δρόμου ξεχασμένοι από καιρό, πήγαν για να τον χαιρετήσουν. Ένας από αυτούς πρόσεξε ότι, η μπουκάλα που κρατούσε στα χέρια του το προηγούμενο βράδυ, είχε μείνει άθικτη και καλά σφιγμένη στο χέρι του νεκρού, και πως μέσα της υπήρχε ένα τσαλακωμένο χαρτί, κάτι σαν σημείωμα ναυαγού. Το πήρε και το ξεδίπλωσε ανόρεχτα. Το σημείωμα έγραφε : «Όσο πιο βαθιά σκάψεις στη γη, τόσο πιο ψηλά, να είσαι σίγουρος, θα βρεθείς στον ουρανό». Το ξανατσαλάκωσε και το πέταξε στα σκουπίδια.

May the Force b with u…

papet

Advertisements

13 Ιουνίου 2006 - Posted by | Παραμύθια

1 σχόλιο »

  1. πολλες κουλτουρες μαζεμενες. θα συμφωνησω με το σχολιο του Αρη. Καλοκαιρι ειναι. θελουμε μπυρες και θαλασσα!!!
    Φιλια, δυναμη τιμη και κουραγιο!!

    Σχόλιο από Manolis | 14 Ιουνίου 2006 | Απάντηση


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: