papet…

Σεληνιακό Πάρκο – Σκέψεις και Ημέρες

Αποφθέγματα

Από τα 17 περίπου χρόνια μου, τότε δηλαδή που είχα αρχίσει να “ψάχνομαι” και να αναγνωρίζω τον εαυτό μου, θυμάμαι να με συνοδεύουν διάφορα “ρητά”. Τα άκουγα σε παρέες, αμπελοφιλοσοφώντας με φίλους, διαβάζοντας βιβλία, ημερολόγια, ακούγοντας τραγούδια και συχνά τα ενστερνιζόμουν. Ένιωθα πάντα ότι κρύβουν μέσα τους σοφία και βαθιά γνώση της ζωής, τις περισσότερες φορές όμως αγνοούσα την προέλευσή τους, και αναρωτιόμουν για την ταυτότητα των δημιουργών τους, ελπίζοντας ενδόμυχα να τους μοιάσω ή έστω να συναντήσω κάποιον από αυτούς. Συντασσόμουν μαζί τους και στη φαντασία μου αγωνιζόμουν, ή έτσι πίστευα τότε, για έναν καλύτερο κόσμο.

Τα χρόνια πέρασαν και οι φράσεις αυτές έχασαν, με τον καιρό, την αίγλη και την αρχική τους λάμψη. Άρχισε να μην έχει πια, τόση σημασία ο ορισμός της φιλίας ή το μυστικό για την πραγματική ευτυχία. Οι κατέχοντες των μυστικών της ζωής και εμπνευστές των αποφθεγμάτων μετετράπησαν σε αποτυχημένους πρώην εφήβους ή σε καιροσκόπους κομπογιαννίτες, πωλητές ψεύτικων ελπίδων. Το άκουσμα κάθε καινούριου ρητού, κάθε καινούριου συνθήματος συνοδευόταν πλέον από μια απέχθεια και απόρριψη.

Εκείνη την εποχή όμως, κάποιες πράξεις μου, τις οποίες αρνούμαι να ομολογήσω αλλά παραδέχομαι πως χαρακτηρίζω “άθλιες”, καθώς και ορισμένα άλλα, μη ευχάριστα περιστατικά, συνέβαλλαν στο να σταματήσω να κρίνω τους άλλους ανθρώπους και το έργο τους. Αρκετά γρήγορα, αφαίρεσα από τον εαυτό μου την ιδιότητα του δικαστή ανθρώπινων ψυχών, που αυθαίρετα και  τόσο ανεύθυνα μου είχε αποδώσει ο εφηβικός μου ενθουσιασμός.

Βρέθηκα τότε σε μια κατάσταση όπου δεν είχα πλέον τις “ιδέες” για συμμάχους, ούτε όμως και μισητούς αντιπάλους να αντιμετωπίσω. Μετά τη μάχη επικρατούσε ηρεμία. Δεν υπήρχαν νικητές ή ηττημένοι, δεν υπήρχαν ούτε στρατοί ή παρατάξεις. Λίγο καιρό αργότερα ένιωσα δέσμιος του εαυτού μου, “Περιμένοντας τους βαρβάρους” που ίσως να “… ήσαν μιά κάποια λύσις”.

Τότε, έχοντας ελεύθερο πεδίο και καμία “σημαντική αναζήτηση”, άρχισα να παρατηρώ τον κόσμο. Προσπάθησα να σταματήσω να “κοιτάζω” και να ξεκινήσω να “βλέπω”, να αντικαταστήσω το “άκουσμα” με την “ακρόαση”. Δεν ξέρω αν τα κατάφερα. Φαντάζομαι πως πέτυχα και απέτυχα ταυτόχρονα σε κάποιο βαθμό. Όχι πως έχει σημασία αλλά έτσι, για την ιστορία.

Εκείνη την εποχή, ένας φίλος, αντιδρούσε σχεδόν σε ό,τιδήποτε του παρουσίαζαν ως ιδιαίτερο και ενδιαφέρον με τη φράση “Μην τρελαίνεσαι…”. Η ατάκα του αυτή με απασχόλησε για λίγο καιρό. Μετά την ξέχασα. Ένα βράδυ όμως, κάποιος άλλος φίλος, μικρότερος σε ηλικία από εμένα, πνεύμα ανήσυχο και ιδιαίτερα δραστήριο, έχοντας πιει αρκετά, μου εκμυστηρεύτηκε ένα άσχημο περιστατικό της ζωής του, καθώς κι ένα φιλόδοξο σχέδιο που τον είχε ενθουσιάσει, ζητώντας τη συμβουλή μου. Θυμάμαι ακόμα, αν και έχει περάσει πολύς καιρός από τότε, πως η απάντηση ήρθε αβίαστα: “Για καλό και για κακό, στο καλό και στο κακό, μην τρελαίνεσαι!”. Αυτό ήταν. Από τη μια στιγμή στην άλλη, η φράση απέκτησε οπαδούς στην ευρύτερη παρέα και σιγά-σιγά διαδόθηκε αρκετά και σε κάπως ευρύτερους κύκλους. Κατ’ επέκταση, ο υπογράφων βρέθηκε να είναι “πατέρας” ενός αποφθέγματος και αναρωτιέται ακόμα, αν είναι “κομπογιαννίτης φιλόσοφος” ή αποτυχημένος επαναστάτης σε (πολύ) παρατεταμένη μετεφηβική ηλικία.

May the Force b with u…

papet

30 Ιουνίου 2006 Posted by | Διάφορα | Σχολιάστε

Μεγαλώνοντας

Όσο μεγαλώνω χαζεύω. Το πήρα πια απόφαση. Δεν καταλαβαίνω πράγματα που παλιότερα τα θεωρούσα αυτονόητα. Αδυνατώ να συλλάβω έννοιες που για τον υπόλοιπο κόσμο ίσως να θεωρούνται απλές ή προφανείς.

Η λέξη “κράτος”, για παράδειγμα, δε βγάζει πλέον νόημα. Παλιά ένιωθα υπερήφανος που ήμουν “παιδί” της μεγάλης Ελλάδας με το ένδοξο παρελθόν και το ελπιδοφόρο μέλλον. Αισθανόμουν απέχθεια για τους μισητούς Τούρκους που “μας πήραν την Πόλη”, ενώ παράλληλα φούσκωνα από χαρά και καμάρι που “εμείς πήραμε το Ευρωμπάσκετ ‘87”. Ο Τούρκος ήταν εχθρός, ο “Ευρωπαίος” φίλος και παράδειγμα προς μίμηση. Βρέθηκα όμως στην Αγγλία, και ενώ έκανα μεταπτυχιακές σπουδές, αναθεώρησα. Ο Τούρκος ήταν φίλος με τον οποίο μοιραζόμουν πολλά πράγματα. Κάναμε καλή παρέα, μας άρεσαν οι ίδιες γυναίκες, είχαμε παρόμοιο γούστο στο φαγητό και τη μουσική, ενώ ταυτόχρονα απορούσαμε και (γιατί όχι;) χλευάζαμε τον Ευρωπαίο Άγγλο για τις τουλάχιστον άκομψες έως ακατανόητες για εμάς επιλογές στη ζωή του. Παρ’ όλα αυτά, βρισκόμαστε με τον Άγγλο στην ίδια “Ένωση” που τείνει να γίνει κράτος, ίσως αργότερα και έθνος τη στιγμή που ο Τούρκος συνεχίζει να είναι ύποπτος και πιθανός εχθρός. Κι εγώ συνεχίζω να μην καταλαβαίνω.

Ο “σεβασμός” είναι άλλη μια έννοια από την οποία αρχίζω να απομακρύνομαι. Μου είχαν μάθει, όταν ήμουν πιτσιρίκος, ότι “σεβόμαστε τους μεγάλους και τους μιλάμε στον πληθυντικό”. Εκείνη την εποχή, όλους τους μεγάλους, εγώ τους φοβόμουν. Με το πέρασμα των χρόνων συνειδητοποίησα, ότι στους ανθρώπους που πραγματικά σέβομαι (με ό,τι νιώθω να σημαίνει αυτή η λέξη) μιλάω στον ενικό! Ίσως να είναι θέμα ορισμού, αλλά ο δικός μου σεβασμός ποτέ δε συμπορεύτηκε με το φόβο, ίσως μόνο, κάποιες φορές, με το δέος.

Το “καλό” και το “κακό”, θυμάμαι πήγαιναν πάντα μαζί. Εύκολα διακριτά, ως εκ διαμέτρου αντίθετα, αλλά παρόντα και τα δύο. Ήταν σετ. Μάλλον όμως η σχέση τους αυτή με επηρέασε και έτσι τώρα τα συγχέω. Δυσκολεύομαι να τα χρησιμοποιήσω και ο μοναδικός πια τρόπος να τα διακρίνω, όταν κάποιος λεει π.χ. “αυτό είναι κακό”, είναι να ζητήσω διευκρινήσεις κάνοντας την ερώτηση “Για ποιόν;”

Μικρότερος, ήξερα και καταλάβαινα, τι “πρέπει” και τι “δεν πρέπει”. Αργότερα μου δημιουργήθηκαν οι απορίες “Ποιος πρέπει;” και “γιατί πρέπει;”. Αυτό είναι και από τα λίγα σημεία που, αν και δεν έδωσα ποτέ απάντηση, ανακάλυψα ένα τρόπο να αποφασίζω αν όντως “πρέπει”. Αντικαθιστώ αυτή τη λέξη σε όποια πρόταση βρεθεί μπροστά μου, με τη λέξη “αξίζει”. Αν το αποτέλεσμα που φαίνεται σωστό και λογικό, τότε αποδέχομαι την πρόταση. Αν πάλι δε βγάζει νόημα τότε απλώς χαμογελάω.

Όπως χαμογελάω και τώρα αγαπητέ αναγνώστη, γιατί “πρέπει” να κλείσω αυτή τη δημοσίευση και να σταματήσω τη γκρίνια. Τι τα θες; Μεγαλώνοντας ο άνθρωπος γίνεται παράξενος. Πολύ παράξενος.

May the Force b with u…

papet

27 Ιουνίου 2006 Posted by | Διάφορα | 1 σχόλιο

Τα παπαγαλάκια

Κάποτε, σε μια πλατεία, στήσανε μια γιορτή. Πήραν μερικά παιδιά, τα έντυσαν με ίδια ρούχα, τα έβαλαν στη σειρά σα στρατιωτάκια. Εν δυο, εν δυο. Τους έδωσαν και ποιηματάκια να τα μάθουν απ’ έξω, κι ο κόσμος χειροκροτούσε. Και είχε τόσο μεγάλη επιτυχία η εκδήλωση, που από γιορτή την έκαναν εκπαιδευτικό σύστημα.

Τα χρόνια πέρασαν και η ιστορία αυτή ξεχάστηκε. Από τη διαδικασία όμως της γιορτής περάσαμε όλοι όσοι πήγαμε σχολείο. Από τη γιορτή πάλι, μας έμειναν ενθύμια κάποια λίγα απ’ τα στιχάκια: “Οι γωνίες των οποίων το άθροισμα ισούται με 90 μοίρες ονομάζονται συμπληρωματικές”, “Η προπαραλήγουσα δεν περισπάται”, “Εφ ίσον μι επί γάμα”, “Πρωτεύουσα της Αυστρίας είναι η Βιέννη”.

Πολλές φορές βγάζουν νόημα, αρκετές άλλες όμως, τα στιχάκια αυτά έχουν εντυπωθεί στη μνήμη μας απλά ως ήχοι ή λέξεις σχολικού βιβλίου (σε δεξιά σελίδα κάτω-κάτω) και μας αρνούνται το δικαίωμα να τα επεξεργαστούμε ή ακόμη περισσότερο να τα αμφισβητήσουμε.

Ξέρουμε, για παράδειγμα, ότι στις Θερμοπύλες πολέμησαν στο πλευρό του Λεωνίδα 300 Σπαρτιάτες και 700 Θεσπιείς. Αυτοί οι 700, λοιπόν, ήταν από… Εκτός κι αν είστε από την περιοχή, ή αν κατά τύχη το διαβάσατε, είναι πολύ δύσκολο να ξέρετε την απάντηση, μιας και κανένας δάσκαλος δε μας την είπε ποτέ. Ούτε κι εμείς ρωτήσαμε όμως.

Μας είπαν για το “Κρυφό Σχολειό” και για 400 χρόνια “σκλαβιάς”, αυτά τα ξέρουμε όλοι. Πόσο μυστικό όμως και καλά οργανωμένο ήταν αυτό το σχολείο ώστε να παραμείνει κρυφό για τόσους αιώνες; Ή μήπως οι Οθωμανοί ήταν τόσο “χαζοί”; Πόσο σκλαβωμένοι και πόσο Βυζαντινοί ήταν οι επαναστάτες του 1821 μετά την πάροδο 15 περίπου γενεών; Δεν επηρεάστηκαν καθόλου από την τότε πρόσφατη Γαλλική επανάσταση;

Στο σχολείο μάθαμε για το “Φασίολο τον κοινό” και για τις δυο κοτυληδόνες. Στα Θρησκευτικά μας μίλησαν για παραβολές και στην Ανθρωπολογία για το πεπτικό σύστημα. “Στεγνές” πληροφορίες χωρίς επεξηγήσεις, με καθόλου ή ελάχιστη συμβολή στις σημερινές μας γνώσεις. Από την άλλη, δεν ξέρουμε αν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο αρνί και το πρόβατο (τα παιδιά των πόλεων τουλάχιστον), δεν έχουμε ιδέα για το τι σημαίνει αρχιτεκτονική, ούτε έχουμε ακούσει ποτέ από τι είναι φτιαγμένο ένα σαπούνι. Η αλήθεια είναι πως δε θα μου έκανε διαφορά αν σήμερα δεν ήξερα να λύνω ολοκληρώματα ή δεν είχα ιδέα για την τάδε Οικουμενική Σύνοδο. Θα ήθελα όμως να μου έχουν μιλήσει στο σχολείο για άλλα, πρακτικά και καθημερινά θέματα.

Με τις σκέψεις αυτές δε μηδενίζω, ούτε απαξιώνω την ύπαρξη κάποιων μαθημάτων στα σχολεία. Αντιδρώ στην έκταση και τον τρόπο διεξαγωγής τους. Είμαι υπέρμαχος της εγκυκλοπαιδικής γνώσης και μάλλον χλευαστής της απόλυτης εξειδίκευσης. Υποστηρίζω απλά, ότι ορισμένα αντικείμενα θα μπορούσαν να αποτελέσουν εξαίρετα θέματα “ενημερωτικών σεμιναρίων” προς τους μαθητές, προσελκύοντας με αυτόν τον τρόπο τους ενδιαφερόμενους για περαιτέρω ενασχόληση σε ανώτερο ή ανώτατο επίπεδο, χωρίς παράλληλα να δημιουργούν πονοκεφάλους αποστήθισης σε όσους αδιαφορούν γι’ αυτά.

Μια άλλη ιδέα είναι η αντικατάσταση κάποιων “μαθημάτων”, ή μάλλον μέρους αυτών, από “δραστηριότητες”. Ίσως, για παράδειγμα, να ήταν ενδιαφέρουσα η ύπαρξη “εργαστηρίων διαλόγου ” με το σχηματισμό ομάδων που θα συμμετείχαν σε συζητήσεις τις οποίες οι Αγγλοσάξονες εύστοχα χαρακτηρίζουν “Crossfire Debates”. Ενδιαφέρον θα ήταν επίσης ένα πρόγραμμα επίλυσης Γενικών Αποριών για θέματα που δύσκολα εντάσσονται κάπου αλλού, ή ο “μετασχηματισμός” των μαθημάτων της Μουσικής και των Καλλιτεχνικών (ζωγραφικής στην ουσία) σε ένα πρόγραμμα συμμετοχής και συζήτησης επί των σύγχρονων μορφών έκφρασης και τέχνης. Σε αυτό το τελευταίο αντικείμενο μάλιστα, τα αποτελέσματα θα μπορούσαν να είναι άμεσα, ίσως και εντυπωσιακά. Φανταστείτε π.χ. το ενδιαφέρον των μαθητών για την ανάλυση του θέματος της ταινίας που είδαν το Σαββατοκύριακο ή την κουβέντα πάνω στις προσωπικές μουσικές επιλογές τους.

– “Όλα αυτά μπορεί να ακούγονται όμορφα”, αντέδρασε κάποιος φίλος με τον οποίο συζητούσαμε επί του θέματος, “αλλά δε μας είπες, αυτά ποιος θα τα διδάξει; Και πώς;”

Έμεινα με το στόμα ανοιχτό. “Ωχ, αυτήν την απάντηση δε μας την είπαν στο σχολείο”, σκέφτηκα. Τι να τις κάνω τις ιδέες για μαθήματα κριτικής σκέψης, αυτογνωσίας, πολιτικών ιδεών και όλα τα άλλα, αν δε μου έχουν δείξει τρόπους ώστε να εφαρμοστούν;

Άσε καλύτερα. Ας μείνω με την απορία “Γιατί δηλαδή να κρατάμε το μαχαίρι με το δεξί;”. Κάλλιο κι εγώ παπαγαλάκι;

May the Force b with u…

papet

23 Ιουνίου 2006 Posted by | Διάφορα | 3 Σχόλια

Το Πένθος: Μουσική και Αφαίρεση

Αυτό ήταν λοιπόν. Ήρθε η ώρα να πενθήσω. Όχι για κάτι σημαντικό, αλλά για τα μικρά, για όλα εκείνα που δεν είχα χρόνο να σκεφτώ, ούτε χώρο να τα φυλάξω. Γι’ αυτά που με προσπέρασαν αφήνοντας από ένα μικρό σημάδι το καθένα. Θέλω να πενθήσω για το χρόνο που δεν έχω, για τα βράδια που δεν μπορώ να κοιμηθώ, για την ήττα της αγαπημένης μου ομάδας σε ένα φιλικό αγώνα. Έχω την ανάγκη να περάσω από αυτή τη διαδικασία για τους φίλους που δε βλέπω πια, για τις ευκαιρίες που έχασα, για τα όνειρα που χάνω. Ήρθε η ώρα να πενθήσω για τις μικρές μου, καθημερινές θυσίες, για τον εργένη που χάθηκε μέσα σε μια ευτυχισμένη σχέση, για τα εφηβικά ποιήματα που έκαψα προσπαθώντας να μεγαλώσω.

Όταν μιλώ για πένθος δεν εννοώ μόνο το θρήνο, αλλά όλη τη διαδρομή. Αυτή που περνάει από αρκετά στάδια που διαδέχονται το ένα το άλλο και επαναλαμβάνονται διαρκώς μέχρι να εξασθενίσουν. Άρνηση, θρήνος, οργή, αποδοχή.

Φαντάζομαι ότι δεν πρόκειται να περιοριστώ σε ενδογενές ή ατομικό επίπεδο. Είναι καιρός πια να ξεπεράσω το σοκ της ανακάλυψης ότι δεν μπορούμε να φτιάξουμε τον κόσμο από την αρχή ή ότι τα περισσότερα από τα κοινωνικά μας προβλήματα δεν μπορούν να επιλυθούν ικανοποιητικά.

Μέσα σε όλα δεν ξεχνώ να πενθήσω για την ίδια τη ζωή, αλλά και για το θάνατο τον ίδιο. Να θρηνήσω και να οργιστώ με όσους έφυγαν πριν από εμένα. Να πενθήσω και για τον άνευ ουσίας εγωισμό μου.

Συνήθισα να εκφράζομαι με μουσική. Ακούγοντας, παίζοντας, συνθέτοντας. Δε νιώθω όμως έντονο πόνο για να δημιουργήσω. Περιορίζομαι στο να ακούσω μερικά ιδιαίτερα κομμάτια. Σημειώνω τη σειρά. Την παραθέτω:

Me Cago en el Amor – (Tonino Carotone)
Rapunzel – (Novak)
Chop Suey – (System of a Down)
Boat on the River – (Styx)
Serenade to the Stars – (Steve Miller Band)
Under a Violet Moon – (Blackmore’s Night)
Lady D’ Arbanville – (Cat Stevens)
Γυάλινο Σπίτι – (Αλέξανδρος Δήμας)
Παιδικά Παιχνίδια – (Άλκηστις Πρωτοψάλτη)
Υπάρχει Λόγος Σοβαρός – (Νίκος Πορτοκάλογλου)
Η Σακαράκα – (Παντελής Θαλασσινός)
Φυσαλίδα – (Απόστολος Ρίζος)

Μοιάζουν ασύνδετα, ίσως να είναι κιόλας. Δεν έχει σημασία. Στιγμιαία δείχνουν δεμένα, πώς όμως;

Πριν αρκετά χρόνια, ο δάσκαλος Αντρέας, μου έκανε, παραφρασμένη, μια διάσημη, σε κάποιους κύκλους, ερώτηση (και μου τη θύμισε, επαναλαμβάνοντάς την, πριν μερικές μέρες): “Τι κοινό έχουν τα γυαλιά μου, τα παπούτσια σου, ένα ζευγάρι που περπατάει στο δρόμο και το Σαββατοκύριακο;” Μου έδωσε ως απάντηση το “Δύο”, τον αριθμό, και με άφησε να το σκέφτομαι. Μήνες αργότερα μου είπε ότι αυτή η ερώτηση αναδεικνύει τη νοητική λειτουργία που ονομάζουμε “αφαίρεση”. Μαζί με την “εντροπία”, η αφαίρεση έγινε το σύμβολο των εφηβικών μου αναζητήσεων και σήμερα ο μοναδικός τρόπος που έχω ώστε να υπερασπιστώ τις μουσικές μου επιλογές. Πίσω λοιπόν από τα φαινομενικά άσχετα κομμάτια κρύβονται, συγγενείς τονικότητες, θλιμμένες ελάσσονες, λόγια αγανάκτησης, ακολουθίες συχνοτήτων που περιγράφουν με ακρίβεια καταστάσεις πένθους.

Αποστασιοποιούμαι προσπαθώντας να συνειδητοποιήσω αν και κατά πόσο είναι παράξενος αυτός ο τρόπος για να πενθήσει κανείς. Γρήγορα αντιλαμβάνομαι ότι ο καθένας πενθεί διαφορετικά. Με θρήνο, σιωπή, ατέλειωτες συζητήσεις, αντίδραση, υπέρ-δραστηριοποίηση… Το ίδιο το πένθος είναι η διαδικασία στην οποία υποβάλλουμε εαυτόν για να συμβιβαστούμε ή, αν πετύχουμε καλύτερα αποτελέσματα, να αποδεχτούμε και να ενσωματωθούμε σε μια κατάσταση που απέχει από αυτή που θεωρούμε επιθυμητή.

Το θέμα είναι πως σπάνια καταφέρνουμε να ξεπεράσουμε πλήρως ένα άσχημο περιστατικό. Πάντα κάτι μένει, κάτι που θυμίζει και ξύνει την πληγή. Κάτι που μας λυπεί ή μας δίνει κουράγιο να παλέψουμε για κάτι μεγάλο, όσο άνισος κι αν είναι ο αγώνας, όσο σίγουρο κι αν είναι το τελικό αποτέλεσμα.

Διαβάζω τις παραπάνω γραμμές και ασυναίσθητα χαμογελάω. Θέλεις (αυτο)σαρκασμός, θέλεις αμηχανία και απογοήτευση; Όλα μαζί; Ίσως πάλι το χαμόγελο αυτό να σηματοδοτεί τη λήξη του πένθους μου. Ή έστω ενός κύκλου του.

May the Force b with u…

papet

21 Ιουνίου 2006 Posted by | Διάφορα | 2 Σχόλια

Η Θεωρία των Χορδών και τα Παιδιά της Vodafone

Εκδήλωση της Ένωσης Ελλήνων Φυσικών. Πολυχώρος “Αθηναΐς”. Δεν είμαι φυσικός. Παρακολουθώ όμως με ενδιαφέρον μια παρουσίαση της θεωρίας των χορδών. Αυτή η ενοποιημένη θεωρία (M-Theory) υποστηρίζει την ύπαρξη πολλών διαστάσεων (11 αν δεν κάνω λάθος) και την ύπαρξη παράλληλων κόσμων ή έστω πολλαπλών τρόπων προσέγγισης και αντίληψης του κόσμου. Αφαιρούμαι. Δε σκέφτομαι “επιστημονικά”. Παίζω απλώς με το μυαλό μου, προσπαθώ να καταλάβω και να φανταστώ. Θυμάμαι ένα κείμενο που είχα γράψει πριν πολλά χρόνια, στην εφηβεία. Δεν το θυμάμαι ακριβώς. Ψάχνω. Λίγες μέρες αργότερα το βρίσκω. Τελικά δεν έχει σχέση. Μου φαίνεται αστείο, “παιδικό” και ακατέργαστο, το παραθέτω όμως αυτούσιο:

Πάντως, ό,τι και να μου λες, όσο κι αν προσπαθείς να με πείσεις για το αντίθετο, τα παράλληλα σύμπαντα υπάρχουν… και είναι τουλάχιστον δύο. Για το ένα, το προφανές, δε θα σου μιλήσω. Το έχουν αναλύσει τόσο πολύ οι άλλοι, που έχει πια ξεφτιλιστεί… Μέσα στο μυαλό μας όμως ζούμε και μια δεύτερη ζωή… κάποιοι από εμάς και τρίτη και τέταρτη… και είναι όλα αληθινά, έτσι ακριβώς και τόσο αληθινά, όπως μίλησε γι’ αυτά εκείνος ο Ρώσος ο Τσέκωφ στο “Μαύρο Καλόγερο”. Όταν συναντούμε κάποιον που νιώθουμε ότι τον ξέρουμε από παλιά, όταν παίζουμε παιχνίδια και πλέκουμε σενάρια στο μυαλό μας, τότε απλά παρακολουθούμε ή παίρνουμε και μέρος ακόμα, σε μια άλλη πραγματικότητα… ή σε δυο τρεις άλλες…

Μη μου μιλάς λοιπόν για λογική. Αυτή την έχασες και την ξέχασες όταν σε μάθαν να μιλάς. Υπήρχε κάποτε κάτι πραγματικό μέσα σου, κάτι που το βίωνες μόνο όταν ήσουν μωρό. Μόνο όταν, ως μικρό παιδί, μπορούσες να συνεννοηθείς με οποιοδήποτε άλλο συνομήλικο σου πλάσμα. Και ξέρεις… αν βάλεις ένα κινεζάκι, ένα μικρό αφρικανό, μια μπέμπα ινδιάνα και ένα ιταλάκι μωρό στον ίδιο χώρο και τα αφήσεις… τότε αυτά τα παιδιά θα ζήσουν πραγματικά. Και, για λίγο τουλάχιστον, δε θα τα νοιάζει το ό,τι δημιουργεί ο εγκέφαλός μας, απλά γιατί δε θα υπάρχει αυτή η ανάγκη της δημιουργίας ως “υποκατάστατο ζωής”. Πωπωωωω… μου μπερδεύεις τα σύμπαντα… Ίσως να μην έχει και πολλή σημασία, θέλω όμως να σου ευχηθώ “καλή σου νύχτα και όνειρα γλυκά…”.-

Μου αρέσει να κάνω με το μυαλό μου βόλτες στο παρελθόν. Η εκδήλωση όμως συνεχίζεται. “Προσπαθούσα να ξεφύγω από αυτήν την κόλαση όπου όλα ήταν τέλεια, όπου όλα ήταν ίδια…” είναι τα λόγια του ομιλητή. Σαν αστραπή περνούν από το μυαλό μου εικόνες. Αφαιρούμαι ακόμα μια φορά από την ομιλία και χάνω λίγες από τις επόμενες λέξεις. Σκέφτομαι τους “Νέο-μποέμ” ένα χαρακτηρισμό που άκουσα για τους νέους που μου αρέσει να αποκαλώ “Παιδιά της Vodafone”. Κούρεμα που παραπέμπει στις αρχές της δεκαετίας του ’80 υποτίθεται επαναστατικό αλλά προσεκτικά φτιαγμένο, ντύσιμο που δείχνει ατημέλητο είναι όμως πανάκριβο γιατί είναι “φίρμα”, ύφος απλανές που θεωρητικά υποδηλώνει ύπαρξη βαθιάς φιλοσοφίας ζωής, κρύβει όμως συχνά άγνοια και ανία. Οι κουβέντες τους θυμίζουν αποφθέγματα που έχουν αποστηθίσει από κάποιο “εγχειρίδιο πετυχημένης ατάκας” ενώ οι σκέψεις τους, αν και οι ίδιοι υποστηρίζουν ότι είναι προχωρημένες και δεκτικές σε νέες ιδέες, σπάνια συμβαδίζουν με τη συμπεριφορά τους σε οποιαδήποτε αλλαγή που μπορεί να έχει το και το παραμικρό κόστος στο ατομικό τους “βόλεμα”.

Πριν κατηγορηθώ για δυσφήμιση της νέας γενιάς εξηγούμαι: Δεν είναι η ύπαρξή αυτών των ανθρώπων που με ενοχλεί ή με προβληματίζει, όσο η ομοιογένεια, ο αριθμός τους και η ευκολία με την οποία αυτό το πρότυπο εμφάνισης και συμπεριφοράς υιοθετήθηκε και έγινε αποδεκτό.

Σε μια εποχή που οι ιδέες για ομοιομορφία και ο κομφορμισμό δείχνουν τα προβλήματά τους, απορρίπτονται και κατακρίνονται, τη στιγμή που οι εκπαιδευτικοί μας μηχανισμοί προσπαθούν να ενθαρρύνουν τη διαφορετικότητα και την προσωπική έκφραση, μια “ύπουλη” διαφημιστική εκστρατεία καταφέρνει να επιβάλλει έναν αναχρονιστικό τρόπο αντιμετώπισης της ζωής στην πιο ενεργή και σκεπτόμενη μερίδα του πληθυσμού.

Η εκδήλωση συνεχίζεται. Κάποιοι μπερδεύουν τον όρο “αιρετικός” με τον όρο “δογματικός”. Αρνούνται και καταδικάζουν με βαριές εκφράσεις μη αποδεδειγμένες θεωρίες και τους εμπνευστές τους. Ξεχνούν, φαίνεται, πως χρειάζεται φαντασία για να δημιουργηθεί μια ιδέα που ίσως αργότερα επιβεβαιωθεί και τεκμηριωθεί ώστε να αποτελέσει ένα επιστημονικό επίτευγμα. Η επιστήμη δεν μπορεί να είναι αποκομμένη από την τέχνη.

Ψάχνω για τη φαντασία στη θεωρία των χορδών, το παιδικό μου κείμενο, τα “παιδιά της Vodafone”, τα λόγια του τελευταίου ομιλητή. Καμαρώνω σα γύφτικο σκεπάρνι. Τρομάρα μου.

Φεύγω από την εκδήλωση και μια περίεργη σκέψη με βασανίζει. Από τη μια αντιδρώ αρνητικά με τους “Νέο-Μποέμ” και την ομοιομορφία τους, από την άλλη όμως είμαι γοητευμένος από την ιδέα της M-Theory που υπόσχεται να ενοποιήσει και κατ’ επέκταση ομογενοποιήσει την αντιμετώπιση των φυσικών φαινομένων. Ποιος είμαι στα αλήθεια; Τι ακριβώς επιθυμώ; Προσωρινά παρηγορούμαι από το θεώρημα της μη πληρότητας του Gödel.

May the Force b with u…

papet

20 Ιουνίου 2006 Posted by | Διάφορα | 1 σχόλιο

Εικόνες του μυαλού

Διαβάζω ένα βιβλίο προσπαθώντας να κοιμηθώ. Σκέφτομαι ότι, αν και μικρό, δεν έχω καταφέρει να το τελειώσω παρά τις μέρες που έχουν περάσει από όταν ξεκίνησα την ανάγνωσή του. Ανήκει σ’ αυτήν την περίεργη κατηγορία των βιβλίων που ούτε σε προκαλούν να τα διαβάσεις μονομιάς, ούτε σου επιτρέπουν όμως να τα ξεγράψεις παρατώντας τα. Μοιάζουν αδιάφορα κι όμως δεν είναι. Οι λέξεις τους, τρυπώνουν σε μια γωνιά του μυαλού σου και σε βασανίζουν συνεχώς αλλά με μικρή ένταση, ανεπαίσθητα, σχεδόν ύπουλα. Κι εκεί που λες πως το κείμενο είναι απλώς αδιάφορο, ξαφνικά, εμφανίζονται μπροστά σου μικροί θησαυροί ιδεών που σε αναγκάζουν να αναθεωρήσεις την προηγούμενή σου άποψη. Δυο τέτοια μικρά “διαμάντια” είναι και η αιτία, ή έστω η αφορμή, για τις σημερινές μου σκέψεις.

Paul Auster “Το Κλειδωμένο Δωμάτιο” σελ. 52 “Μόνο το σκοτάδι έχει τη δύναμη να σε κάνει ν’ ανοίγεις την καρδιά σου στον κόσμο…” και σελ. 67 “Όσα συμβάντα κι αν διηγηθείς, όσες λεπτομέρειες κι αν δώσεις, η ουσία πάντα αντιστέκεται στην αφήγηση”.

Λέξεις ισχυρές. Αναρωτιέμαι το λόγο δημιουργίας και δημόσιας έκθεσης των κειμένων του blog. Θορυβούμαι. Αγχώνομαι. Νιώθω ένοχος. Αφήνομαι. Ηρεμώ. Συνεχίζω σχεδόν χωρίς σκέψη, χωρίς καθόλου τύψεις. Το παρακάτω κείμενο δεν προσφέρεται για μοναδική ερμηνεία ή κατανόηση.

Νοέμβρης. Οι πλάτες καμπουριάζουν. Θέλεις το κρύο, θέλεις η διάθεση; Μήπως είναι η ψυχή που κλαιει; Τα χέρια κολλάνε. Ξεραμένο αναψυκτικό. Η εικόνα γυρίζει στην πλατεία. Δυο σφιγμένα χείλη. Ένα χέρι που τρέμει και δείχνει. Μια ταμπέλα. Γράμματα με μαρκαδόρο. Η εικόνα είναι παλιά. Σε δείχνει να απομακρύνεσαι. Ανήμπορος για κάθε κίνηση, λέξη, αντίδραση. Βουβό κενό. Τρία σχεδόν χρόνια σιωπή. Ο αέρας και η θάλασσα έχουν σβήσει τις φλυαρίες. Ένα σημάδι μένει εκεί. Είναι το δικό μας. Υπάρχει εμείς. Δε θέλω να το πιστέψω. Φοβάμαι. Για το καλό μου. Για το καλό και των δυο μας. Είμαστε ξένοι. Δεν το ξέρουμε ακόμα. Θα το μάθουμε αργότερα. Απλά. Βασανιστικά. Ο καιρός δεν περνάει. Αλλά περνάει τελικά. Είμαστε ξένοι. Το παίρνω απόφαση. Οι αποφάσεις έρχονται, δεν παίρνονται. Αυτή την πήρα. Κάνει καλό. Ηρεμεί. Βάζει τα πράγματα στη θέση τους. Ποιος νοιάζεται για το καλό; Καλό τι είναι;

Συμμορφώνομαι. Υποχωρώ. Συμβιβάζομαι. Βολεύτηκα. Όλα καλά. Σχεδόν. Τι με τρωει πάλι; Μήπως είμαι ελεύθερος; Αυτοκαταστρέφομαι. Κι εσύ το ίδιο. Ταιριάζουμε. Τα βλέπεις; Σειρά σου να κάνεις παιχνίδι. Τα φύλλα είναι χάλια. Χάνουμε και οι δύο. Δεν υπάρχει νικητής. Μοιράζω. Μια απ’ τα ίδια αλλά καλύτερα. Στο μηδέν. Δεν τρέχει τίποτα. Δε βαριέσαι; Πλάκα έχει το θέατρο.

Κρατάω την αναπνοή μου. Κι εσύ. Ανάσες βάλσαμο, στη χάση και στη φέξη. Τυχαία σχεδόν. Φαντάζομαι την επόμενη φορά. Θυμάμαι μια παρτίδα. Τα ‘χασα κι έχασα, ή μήπως όχι; Δεν ξέρω, δεν έχει σημασία μάλλον. Είμαστε μόνοι μας. Εξ’ ορισμού. Εθισμένοι στο οξυγόνο. Απεξάρτηση. Πάντα στο συρτάρι όμως μια δόση. Να υπάρχει. Για τις δύσκολες στιγμές. Τώρα; Όχι ακόμα, μην το σπαταλάς. Μα πάλιωσε, ξεθύμανε. Τι σημασία έχει; Υπάρχει. Θυμάμαι πως μυρίζει ωραία.

Είμαι κουρασμένος. Καληνύχτα.

May the Force b with u…

papet

15 Ιουνίου 2006 Posted by | Διάφορα | Σχολιάστε

Στα νησιά

Συγγνώμη που άργησα στο ραντεβού μας Αλέξανδρε, αλλά ήμουν απασχολημένος. Βλέπεις έκανα ανασχηματισμό στο μυαλό μου, κάτι σαν κι αυτά που ακούμε απ’ την τηλεόραση. Όταν κάτι δεν πάει καλά το βαφτίζουμε σφάλμα των άλλων, που πρέπει επιτέλους να αναλάβουν τις ευθύνες τους, και αναδιοργανώνουμε το κυβερνητικό μας σχήμα, όχι πως αλλάζει τίποτα, αλλά να, έτσι για το καλό… Κάτι τέτοιες ώρες θυμάμαι εκείνο το ποίημα του Σαχτούρη, όλο κι όλο μια γραμμή, μια γραμμή όμως που σε βάζει στη θέση σου, “…στα νησιά που δεν μπόρεσα να πάω, πέταξε και πήγε ο Άγιος-πεταλούδα…”. Αυτό είναι δα, τι νόμισες πως θέλει πολύ για να σαλτάρει ο άνθρωπος; Μη με ρωτάς βρε Αλέξανδρε να σου το αναλύσω, δεν μπορώ, δεν μπορώ γιατί δε θέλω. Μην ξεχνάς άλλωστε πως οι εξηγήσεις δεν μπορεί να είναι η τελευταία λέξη, αυτή ανήκει στον ποιητή.

Και που λές το ‘χω παράπονο που πια γεμίσαμε από δήθεν. Δήθεν αναλυτές, δήθεν φιλοσόφους, δήθεν άτομα… βρε μπας και έγινα και εγώ σαν και αυτούς; Υπάρχει ξέρεις κάτι που κάνουμε όλοι λάθος. Κατηγορούμε ινδάλματα και είδωλα για την απέραντη υποκρισία τους, και η μπάλα παίρνει μαζί και τη δουλειά τους, παίρνει μαζί τα λόγια και τα, έστω και δήθεν πια, πιστεύω τους που καμιά φορά, ποτέ δεν ξέρεις, μπορεί να είναι και σωστά. Μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά θα μου πεις και θα ‘χεις δίκιο, αλλά δεν είναι εκεί το θέμα. Αυτό που με καίει είναι ότι γινόμαστε ίδιοι με αυτούς αμέσως μόλις τους χλευάσουμε και αυτοανακηρυχτούμε “ψαγμένοι”. Κρίνουμε, χωρίς όμως να δίνουμε το δικαίωμα να κριθούμε εμείς, αφού εμείς δεν έχουμε τίποτα προς κρίση. Άσε που στο κάτω-κάτω δεν ξέρω και ποιός μας δίνει την ιδιότητα του κριτή. Στοίχημα πως στη θέση τους τα ίδια θα κάναμε κι εμείς, για να μη σου πω χειρότερα. Σα δε ντρεπόμαστε λέω εγώ.

Ξέρεις φίλε μου τι πάει να πει κάνω κριτική; Παίρνω μια άποψη, ένα θέμα, μια ιδέα και την εξετάζω, ακέραια και μόνη της χωρίς προκαταλήψεις και κλισέ. Δεδομένα πράγματα και σκέψεις του τύπου “ως γνωστόν” να λείπουν καλύτερα αν θες να ‘σαι σωστός. Αυτό σημαίνει κάνω κριτική. Φτάσαμε σε σημείο να χρησιμοποιούμε λέξεις για βρισιές, λέξεις που ούτε καν ξέρουμε τί σημαίνουν. Και ξέρεις ποιό είναι το χειρότερο; Όταν κάποιος θελήσει να χρήσιμοποιήσει αυτές τις λέξεις, για να περιγράψει αυτό ακριβώς για το οποίο φτιάχτηκαν, θα τον κοιτάμε σα χαζοί στην αρχή, και ύστερα, για να επιβεβαιώσουμε την εγκεφαλική μας ανωτερότητα, αχ τρομάρα μας, θα τον κοροϊδέψουμε και θα τον “κρίνουμε” ως συνήθως, άνθρωπο δήθεν και ψεύτικο, αδιαφορώντας ακόμα μια φορά για το θέμα που δεν είναι ο άνθρωπος, αλλά η δήλωσή του. Πότε θα σταματήσουμε πια να λέμε μαζοχισμός και να αναφερόμαστε σε αρρωστημένες καταστάσεις; Πότε θα δούμε ότι πίσω από αυτή τη λέξη κρύβεται μια διαφορετική μορφή της γοητείας, έτσι όπως την παρουσίασε ο Αυστριακός λογοτέχνης Σάχερ Μάζοχ;

Και μου λες μετά για την αλήθεια. Τί να την κάνω την αλήθεια σου βρε Αλέξανδρε; Τι να την κάνω έτσι που είναι μισή και κουτσουρεμένη; Σοβαρά, πες μου, ακόμα πιστεύεις πως όλα αυτά που μας έλεγαν στο σχολείο είναι η πλήρης και μοναδική αλήθεια; Η Φυσική, η Αστρονομία, η Ιστορία; Αμ, πού την πας την Ιστορία; Έχεις ιδέα τί διδάσκονται για το ’21 στην άλλη μεριά του Αιγαίου; Ή μήπως μόνο οι Έλληνες ιστορικοί καταφέρνουν και είναι πάντα αντικειμενικοί; Ύστερα με ρωτάς γιατί το καινούριο, κουπέ αυτοκίνητο του Στέφανου έχει μία μόνο πόρτα. Αμ, πόσες θες να δεις βρε Αλέξανδρε που το κοιτάζεις πάντα από τη δεξιά μεριά… Γι’ αυτό σου λέω, άσε με να ζω στο ψέμα μου…

Φεύγω τώρα, γιατί φοβάμαι πως σε κούρασα. Πάω να δω καμμιά ταινία του Αγγελόπουλου μπας και έρθω στα ίσα μου. Ξύλο που θέλω και εγώ ε;  Άντε στο καλό Αλέξανδρε και να αποφεύγεις τις κακοτοπιές.

May the Force b with u…

papet

14 Ιουνίου 2006 Posted by | Διάφορα | Σχολιάστε

Ο Ιπτάμενος Πειρατής

Κώστα, το σχόλιό σου μου θύμισε ένα παλιό μου παραμύθι. Το έψαξα, το βρήκα. Το αναδημοσιεύω…

Το φθινόπωρο είχε μπει πια για τα καλά. Στην κάτω μεριά της πλατείας του μικρού χωριού ήταν στριμωγμένο όλο το περιθώριο. Άνθρωποι που ποτέ στη ζωή τους δεν τους νοιάστηκε κανείς ή, κι αν αυτό κάποτε είχε γίνει, τώρα εισέπρατταν την αδιαφορία και την περιφρόνηση.

Μεθυσμένος, σε ένα ξεχαρβαλωμένο παγκάκι, καθόταν ένας πειρατής. Στο ένα του χέρι κρατούσε μια μισοάδεια μπουκάλα από κρασί. Τα μάτια του ήταν κόκκινα και τα ρούχα του έλαμπαν παράξενα εκείνη τη νύχτα, κάτω από το λιγοστό φως του φεγγαριού. Ξάφνου, χωρίς να έχει προηγηθεί κάτι συγκεκριμένο, ο πειρατής με τη μπουκάλα στο χέρι, σηκώθηκε αργά αλλά αποφασιστικά από τη θέση του. Έκανε μερικά βήματα και με μεγάλη δυσκολία είναι αλήθεια, πλησίασε το πηγάδι που βρισκόταν στο κέντρο της πλατείας. Άρχισε τότε να φωνάζει και να διαλαλεί πως τα πνεύματα της θάλασσας του είχαν δείξει, ότι σε εκείνο το πηγάδι, εκείνη τη συγκεκριμένη νύχτα, θα μπορούσε αυτός και μόνο αυτός, να βρει το μαγικό κρασί, το φάρμακο για όλες τις αρρώστιες.

Ελάχιστοι ήταν αυτοί που άκουσαν τα λόγια του, και ακόμα πιο λίγοι αυτοί που έδωσαν σημασία. Ο πειρατής πήρε ξαφνικά ύφος απόμακρο, κι άρχισε, με ιεροτελεστικό τρόπο,  να χύνει στο πηγάδι το λιγοστό περιεχόμενο της μπουκάλας που κρατούσε. Ενώ το κρασί κόντευε να αδειάσει όλο και καθώς ο πειρατής δεχόταν τα ειρωνικά σχόλια των περαστικών, σαν από θαύμα, θαρρείς πως συνωμότησε η βαρύτητα και το ελαφρό αεράκι που φυσούσε παρέσυρε τον πειρατή στον πάτο του ξεροπήγαδου. Όσοι βρίσκονταν εκεί γύρω, αν και τρόμαξαν πολύ, από το μεθύσι τους δεν μπορούσαν να βγάλουν άχνα. Μόνο τα μάτια τους πετάχτηκαν κοιτάζοντας κατά το πηγάδι, τεντώνοντας συνάμα τα αφτιά τους, περιμένοντας να ακούσουν το γδούπο του μεθυσμένου και ταλαιπωρημένου σώματος, μόλις αυτό θα ακουμπούσε στο έδαφος. Έμειναν όμως με την αγωνία… κανένας κρότος, ήχος ή θόρυβος, μόνο σιωπή.

Οι λίγες στιγμές που πέρασαν τους φάνηκαν ατέλειωτες. Ένοιωθαν όλοι τους τόσο αδύναμοι να κινηθούν, να αντιδράσουν έστω. Μόνο ένα παιδάκι, ένα δωδεκάχρονο αγόρι που τυχαία πέρναγε από εκεί, έτρεξε σαστισμένο κοιτώντας μέσα από το μικρό άνοιγμα του πηγαδιού. Η έκπληξη και η αγωνία του, μεγάλωσαν ακόμα περισσότερο, όταν ένοιωσε το πρόσωπό του να φωτίζεται από ένα απόμακρο πρασινωπό φως.

Μέσα στη ζαλάδα του, ακόμα και αυτό, το αθώο και εύπιστο παιδικό μυαλό του, δυσκολευόταν να πιστέψει αυτό που έβλεπαν τα μάτια του. Το εσωτερικό του πηγαδιού ήτανε φωτισμένο. Μέσα του υπήρχε μια θάλασσα, μια θάλασσα παράξενη, γεμάτη κύματα, αφρούς, πλοία πειρατικά, λογιών λογιών θαλασσινά φυτά, κούφιες σπηλιές παμπάλαιων βράχων φαγωμένων από τον καιρό και τη φουρτούνα, ψαροπούλια, αέρας θαλασσινός και στη μέση όλων αυτών, να πετάει με ένα τρόπο μαγικό, απίστευτα φωτισμένος και ελαφρύς εκείνος, ο μεθυσμένος πειρατής με τη μπουκάλα. Έδειχνε χαρούμενος και ευτυχισμένος έτσι καθώς περιφερόταν άσκοπα, ρουφώντας με λαχτάρα τον αέρα που έσκαγε με μανία στο αιωρούμενο σώμα του, και έπαιζε σαν άλλο γλαροπούλι, ακολουθώντας τα χνάρια που άφηναν τα πλοία στο διάβα τους. Κάποτε, γύριζε και χαιρετούσε το μικρό αποσβολωμένο παρατηρητή του, πότε γνέφοντάς του με το χέρι να πάει κοντά, πότε κλείνοντας του συνωμοτικά το μάτι.

Χωρίς καλά-καλά να το καταλάβει, το δωδεκάχρονο αγόρι, βρέθηκε να χορεύει παρέα με τον ιπτάμενο πειρατή έναν χορό αλλιώτικο, έναν χορό ανάμεσα σε σύννεφα και σε αλμυρό νερό, ανάμεσα στο ψέμα και την αλήθεια, έναν χορό ελεύθερο κι αντιστασιακό μαζί. Ένοιωθε έντονα κάθε κομμάτι του σώματός του, το είναι του ολόκληρο είχε επαναστατήσει και ήταν η πρώτη φορά που γευόταν τη ζωντάνια του…

Η κηδεία του αγοριού έγινε το άλλο απόγευμα. Όλοι μίλαγαν για το καημένο το παιδάκι που έγινε θύμα της δικιάς του καλοσύνης, προσπαθώντας να βοηθήσει έναν αποτυχημένο παλιομέθυσο που αποφάσισε να δώσει τέλος στην, ούτως ή άλλως, άχρηστη ζωή του. Τον πειρατή, τον είχαν θάψει το ίδιο πρωί σε ένα ομαδικό τάφο. Μόνο λίγοι αλήτες, άνθρωποι του δρόμου ξεχασμένοι από καιρό, πήγαν για να τον χαιρετήσουν. Ένας από αυτούς πρόσεξε ότι, η μπουκάλα που κρατούσε στα χέρια του το προηγούμενο βράδυ, είχε μείνει άθικτη και καλά σφιγμένη στο χέρι του νεκρού, και πως μέσα της υπήρχε ένα τσαλακωμένο χαρτί, κάτι σαν σημείωμα ναυαγού. Το πήρε και το ξεδίπλωσε ανόρεχτα. Το σημείωμα έγραφε : «Όσο πιο βαθιά σκάψεις στη γη, τόσο πιο ψηλά, να είσαι σίγουρος, θα βρεθείς στον ουρανό». Το ξανατσαλάκωσε και το πέταξε στα σκουπίδια.

May the Force b with u…

papet

13 Ιουνίου 2006 Posted by | Παραμύθια | 1 σχόλιο

Μια ζωή θητεία, ξεφτίλα και βόλεμα

“Μια ζωή θητεία, ξεφτίλα και βόλεμα”, λεει το τραγουδάκι και νομίζω πως μου πάει… Μου πάει πολύ. Ταιριάζει απόλυτα όχι με αυτό που είμαι, αλλά με αυτό που θέλουμε να είμαι. Και λέω “θέλουμε” και όχι “θέλουν” γιατί στο κάτω κάτω της γραφής ποιοι είναι “αυτοί”; Είμαστε όλοι μας, μαζί με εμένα προσωπικά. Η “κακούργα” και “άτιμη” κοινωνία, αυτή που είναι υπαίτια για τα μύρια όσα, είμαστε όλοι εμείς, μηδενός εξαιρουμένου.

Φτάνει να σκεφτώ τη μέρα που τελείωσε πριν από λίγες ώρες και ώ, τι έκπληξη, ανακαλύπτω πως πάλι κάτι πήγε στραβά, πως πάλι κάτι έκανα ή δεν έκανα που δε με αφήνει να κοιμηθώ ήσυχα το βράδυ. Θέλεις γιατί βαρέθηκα; Θέλεις γιατί κουράστηκα να περιμένω; Ή μήπως φταίει το ότι τελικά “ο Σκοπός αγιάζει τα Μέσα”; Μάλλον τίποτα από αυτά. Ίσως υπεύθυνη είναι απλά η ματαιοδοξία που είναι σφιχτά δεμένη με το DNA μου, και όχι μόνο με το δικό μου, αλλά και με όλων εσάς που με καμάρι και περηφάνια “άνω θρώσκετε”.

Κι έρχομαι γι’ ακόμα μια φορά να αναθεματίσω την καπιταλιστική μας μιζέρια, αυτή που μας κάνει να σπρωχνόμαστε στην πόρτα του λεωφορείου και του τραίνου, μπας και πιάσουμε μια “θέση”. Να προλάβουμε πριν την πιάσουν οι “άλλοι”. Θα αρχίσω να βρίζω μου φαίνεται και δεν το θέλω… Θα αρχίσω να καταριέμαι τον ανταγωνισμό. «Μου τη δίνει ο ανταγωνισμός…» θα ‘λεγε μια εμπνευσμένη φιγούρα κινουμένων σχεδίων, και ξέρεις κάτι; Τη νιώθω απόλυτα. Βρε μήπως έχω αρχίσει να γερνάω;

Επιστρέφοντας στο θέμα του λεωφορείου, ακόμα θυμάμαι πόσο όμορφα ένοιωσα πριν μερικά χρόνια, όταν, αν και κουρασμένος, έδωσα τη θέση “μου” σε μια εγκυμονούσα. Τρομάρα μου, ακόμα το θυμάμαι. Και χαίρομαι γι’ αυτό. Σα δε ντρέπομαι λιγάκι – που χαίρομαι, όχι που το έκανα -. Για να μη μείνει το τραίνο παραπονεμένο θα πω και γι’ αυτό μια ιστορία.

Θυμάμαι ήταν Σάββατο και ήθελα να πάω στο κέντρο να χαζέψω τα μαγαζιά που ήταν στολισμένα Χριστουγεννιάτικα. Θα συναντούσα μάλιστα και ένα φίλο μου εκεί, αλλά αρκετές ώρες αργότερα. Ξεκίνησα λοιπόν χαρούμενος για τη βόλτα μου. Πλησιάζοντας όμως το σταθμό του ηλεκτρικού, λίγα μέτρα πριν φτάσω στην είσοδο, είδα το τραίνο να έρχεται από μακριά. Έβαλα λοιπόν φτερά στα πόδια μου, παρακινούμενος -λέω- από κάποιον άλλο που έτρεχε να το προλάβει, και με τη σειρά μου παρακινώντας κάνα δυο ακόμα. Είναι αλήθεια πως για μια στιγμή ένοιωσα αλληλέγγυος με τους “συναθλητές” μου, είναι όμως ακόμα μεγαλύτερη αλήθεια πως κατά βάθος ποσώς ενδιαφερόμουν γι’ αυτούς.

Για να μην πολυλογώ, “το χάσαμε το τραίνο”, το “συρμό”. Και ένοιωσα το διασυρμό! Το προηγούμενο άγχος μου μετατράπηκε αίφνης σε ντροπή. Αντάλλαξα με το διπλανό συμπάσχοντα μια λαχανιασμένη ματιά. Τα λόγια και το απολογητικό του ύφος έσπασαν τη σιωπή και την αμηχανία της στιγμής. “Τι να κάνουμε; Δεν πειράζει. Θα περιμένουμε το επόμενο…”. Και ήταν τόσο, μα τόσο έκδηλος ο φόβος του μην και τον θεωρήσω “αποτυχημένο”. Και ήταν τόσο, μα τόσο καθαρή η ανακούφισή μου που μοιραζόμαστε το ίδιο συναίσθημα. Προσποιηθήκαμε λοιπόν πως δε συνέβη τίποτα ποτέ. Η ντροπή κυλούσε στο αίμα μου με ταχύτητες παραπάνω από τις συνηθισμένες. Όπως και να το κάνουμε ε, ήμουν αποτυχημένος, έχασα το τραίνο. Και να σκεφτεί κανείς πως δε βιαζόμουν…

May the Force b with u…

papet

10 Ιουνίου 2006 Posted by | Διάφορα | 2 Σχόλια

Γλώττα (Μέρος 2ο)

Σκέφτομαι ακόμα τη γλώσσα. Κουβεντιάζω με μια φίλη, δασκάλα, και μαθαίνω πως διδακτικά ο “ήρεμος” γράφεται πλέον με το “ι” του ήλιου και όχι με “ήτα”, ο ύφαλος με το “ι” της ύαινας και όχι με “ύψιλον”. Δεν καταλαβαίνω πώς γίνεται τελικά στα παιδικά μυαλά ο διαχωρισμός των δύο “ο”. Ο-μικρόν και Ω-μέγα. Ακόμα και τα ονόματά τους έχουν νόημα. Δίνει κανείς πια σημασία σε αυτό;

Διαβάζω την επιγραφή “Εδώ θα βρεις ότι χρειάζεσαι” και περιμένω τη συνέχεια της φράσης που όμως δεν έρχεται ποτέ. Το “ό,τι” έχει χάσει το κόμμα και την έννοιά του και έχει μπερδευτεί με μια άλλη ομόηχη λέξη. Μπερδέυτηκαν ακόμα και το “σαν” με το “ως”. Άκουσα τις προάλλες σε δημόσια ομιλία την έκφραση “Σαν πρόεδρος του Χ συλλόγου…” “Σαν”; Δηλαδή δεν είσαι πρόεδρος; Απλά τον παριστάνεις; Το “σαν” παρομοιάζει, το “ως” σημαίνει “με την ιδιότητα”.

Δεν είναι τόσο η κακή χρήση της γλώσσας που με ενοχλεί, όσο οι αντιδράσεις που (δεν) προκαλεί το φαινόμενο αυτό. Εξηγούμαι. Δεν περιμένω, ούτε επιθυμώ να μιλούν όλοι ακολουθώντας πιστά γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες. Πιστεύω βαθιά στην αξία του προσωπικού τρόπου έκφρασης, ακόμα κι αν το αποτέλεσμα δεν είναι τυπικά σωστό. Θα με ενοχλούσε μάλιστα αν υπήρχε απόλυτη ομοιογένεια λόγου σε όλους τους ομιλούντες την ελληνική. Χαίρομαι που διατηρείται το λεξιλόγιο “του δρόμου” ή που μπορώ να ξεχωρίσω από την ομιλία έναν Κρητικό από έναν Πελοποννήσιο ή ένα Βορειοελλαδίτη.

Εντύπωση μου κάνει ο “επίσημος” λόγος των εφήβων. Ως άκουσμα, αρχικά ηχεί σοβαρός. Μια πιο προσεκτική όμως εξέταση δίνει έντονη την αίσθηση κακέκτυπου τηλεοπτικής πολιτικής συζήτησης. Ο λόγος είναι “ξύλινος”, η έκφραση σοβαροφανής, οι λέξεις πομπώδεις και αταίριαστες, ενώ οι φράσεις μοιάζουν να λέγονται “παπαγαλία”, χωρίς επίγνωση του νοήματός τους. Δεν κάνω επίθεση σε κανέναν. Δεν γκρινιάζω. Απλώς παρατηρώ.

Με θορυβεί ο ωχαδερφισμός και η επιπολαιότητα στην αναγνώριση του θέματος από τον κόσμο. Δείχνουν αφελείς οι εκφράσεις του τύπου “Τα σημερινά παιδιά δεν ξέρουν καθόλου να μιλάνε… Πωπώ… Λεξιλόγιο μηδέν… Ενώ εμείς παλιά…” και σε αυτές απαντώ λαϊκά “Που πας ρε Καραμήτρο;”. Αλήθεια, ποιος μπορεί να υποστηρίξει πως έχει άρτια γνώση της γλώσσας και εκφέρεται σωστά; Ελάχιστοι; Κανείς; Αφήνομαι να παρασυρθώ από σκέψεις για τη γλώσσα, να αναπροσδιορίσω τη θέση της στο νοητικό μου οικοδόμημα. Τις παραθέτω. Ξεκινώ με τις λέξεις.

Οι λέξεις από μόνες τους λίγα έχουν να προσφέρουν. Αν συνδυαστούν όμως κατάλληλα μεταξύ τους μπορούν να σχηματήσουν φράσεις, προτάσεις, περιόδους και ολόκληρα κείμενα που κάποιες φορές εκφράζουν σκέψεις, συναισθήματα, φανερώνουν αλήθειες, μεταβάλλουν καταστάσεις, προκαλούν πολέμους, επικυρώνουν συμφωνίες, περιγράφουν άυλες επινοήσεις, δίνουν ζωή σε φανταστικούς ήρωες, συντηρούν μνήμες, αγκαλιάζουν το σύμπαν…
Οι δυνατότητες της γλώσσας μοιάζουν αστείρευτες, έχουν μάλιστα ωθήσει κάποιους να πιστεύουν ότι ουσιαστικά ταυτίζεται με τη σκέψη και μας δίνει τη μόνη έλλογη απόδειξη, ή ένδειξη αν προτιμάτε, ύπαρξης της ίδιας της ζωής.

Η λέξη κλειδί όμως πάντοτε είναι ο συνδυασμός. Χωρίς αυτόν, τίποτα δεν είναι επαρκές, πόσο μάλλον πλήρες. Είμαστε λοιπόν, οι άνθρωποι, “συνδυαστές” και ανάλογα με την ικανότητά μας αυτή να συνδυάζουμε, μπορούμε να χαρακτηριστούμε από τους ομοειδείς μας ως μορφωμένοι, καλλιεργημένοι ή ακόμη και ευφυείς. Ο συνδιασμός στην Ιταλική καλείται combina. Είμαστε τότε όλοι, λίγο ή πολύ, “κομπιναδόροι”. Εύλογα λοιπόν αναρωτάται κανείς αν και η ίδια μας η ζωή, έτσι όπως την αντιλαμβανόμαστε, δεν είναι παρά μια καλοστημένη “κομπίνα”…

May the Force b with u…

papet

9 Ιουνίου 2006 Posted by | Διάφορα | 1 σχόλιο

Γλώττα

“Αχ βρε κακομοίρη μου… Πώς θα βγεις αύριο μεθαύριο στον κόσμο, έτσι που δεν ξέρεις ούτε να μιλάς;” ρώταγε με παράπονο η δασκάλα στο δημοτικό… Μερικά χρόνια αργότερα, ένας καθήγητής λυκείου μας έλεγε ότι “Γλώσσα = Σκέψη” την ώρα που εμείς δεν του δίναμε και πολλή σημασία.

 Έλα όμως που, όντως, ήρθε η ώρα της εκδίκησης της γλώσσας, η στιγμή για να πληρώσουμε την αδιαφορία μας. Και γραμματικά λάθη από ‘δω, ασύντακτες φράσεις από ΄κει, φτάσαμε να μην μπορούμε να συνεννοηθούμε. Άλλα να λέμε, άλλα να εννοούμε, άλλα να ακούμε και διαφορετικά να καταλαβαίνουμε. Και η “κατανόηση” να είναι κι αυτή προσεγγιστική, με το στοιχείο της διαίσθησης απόλυτο κυρίαρχο στην όποια προσπάθεια επικοινωνίας. “Καταλαβαίνεις τώρα τι θέλω να πω, ε;” Όχι φίλε μου, δεν καταλαβαίνω, προσπαθώ να φανταστώ πάντως.

Λες να φταίει η “τηλεόραση”; Έτσι είχα ακούσει να λένε οι “μεγάλοι”, όταν μιλούσαν γι’ αυτό το ζήτημα. Δεν αργώ να συνειδητοποιήσω ότι το “χαζοκούτι” δεν είναι παρά η εύκολη και φθηνή δικαιολογία. Παρ’ όλα αυτά κάνω άλλη μια προσπάθεια να ακούσω.

Έρχομαι αντιμέτωπος με το “ιατρικό ανακοινωθέν που θα εκδοθεί το μεσημέρι” και δυσκολεύομαι να καταλάβω πώς γίνεται να είναι “ανακοινωθέν”, δηλαδή παρελθοντικού χρόνου, εφ’ όσον δεν έχει ακόμα εκδοθεί. Φαντάζομαι το Βασίλη Αυλωνίτη με την απορία έκδηλη στο πρόσωπό του να λέει “Μυστήρια πράγματα είναι αυτά… πολύ μυστήρια…”

“Προσπαθώ να κάνω δίαιτα…”, γκρινιάζει μια φίλη μου, “…και έχω πεθάνει της πείνας. Σήμερα έφαγα όλο κι όλο τρεισήμισι μήλα…” Δηλαδή φιλενάδα πόσες (ή πόσους) μήλα ήθελες να φας για να χορτάσεις; Ήξερα ότι τα μήλα μετριώνται “ένα”, “δύο”, “τρία” οπότε αν βάλεις κι άλλο μισό έχεις “τριάμισι”. Αν βέβαια αντί για μήλα έτρωγες μπανάνες δε θα υπήρχε κανένα πρόβλημα…

Πρόβλημα δεν υπάρχει ούτως ή άλλως αφού όπως είπαμε μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τη φαντασία μας ορισμένες φορές, όμως η φαντασία κάποιων (πιθανόν και όλων μας) καλπάζει. Η λέξη “επικεφαλής” είναι σύνθετη, σημαίνουσα τον επί-της-κεφαλής και δεν κλίνεται. Πάντως σε γενική πτώση, αν ήταν “του επικεφαλούς” το αποτέλεσμα θα μπορούσε ίσως να χαρακτηρισθεί εύηχο ή… ενδιαφέρον.

Σημείωση: Είναι “το ενδιαφέρΟν”, αλλά “ο ενδιαφέρΩν”. Έλεος, δεν αντέχω να έρθω ξανά αντιμέτωπος με πινακίδα “Πωλείται το παρών”. Μια λεπτομέρεια. Κανένας ηλεκτρονικός ελεγκτής ορθογραφίας δε θα διορθώσει την ταμπέλα αυτή. Ούτε και το μήνυμα “Μου λύπης είδη” (αληθινό περιστατικό) που απετέλεσε κάποτε (ατυχή προφανώς) προσπάθεια έκφρασης τρυφερών συναισθημάτων.

Άλλο πάλι… Συζητούσαμε για άλυτα προβλήματα και κάποιος ανέφερε το πρόβλημα “τριχοτόμησης” της γωνίας. Αν δεν κάνω λάθος όμως, η “τριχοτόμηση” αναφέρεται στον τεμαχισμό μιας… τρίχας! Ίσως φταίει η συγγένεια με τη διχοτόμηση αλλά… Φίλοι φιλόλογοι διορθώστε με. Νομίζω ότι ο όρος τριτόμηση είναι ορθότερος.

Πληκτρολογώ διαρκώς. Το πληκτρολόγιο του υπολογιστή έχει πάρει φωτιά. Αναλογίζομαι τις λέξεις πληκτρολόγιο και υπολογιστής. Με ξενίζουν και οι δυο. Προσπαθώ να θυμηθώ και εκτός από το αναλόγιο, όλες οι σε –λόγιο λέξεις που μου έρχονται στο μυαλό είναι αφηρημένες έννοιες και όχι αντικείμενα. Γιατί λοιπόν πληκτρολόγιο και όχι π.χ. πληκτροσανίδα; Μηπως τελικά πληκτρίζω αντί να πληκτρολογώ; Ο υπολογιστής πάλι μοιάζει με υφιστάμενο ενός λογιστή όπως ο υπεργολάβος σε σχέση με τον εργολάβο. Αναρωτιέμαι αν ο υπολογιστής είναι άνθρωπος ή μηχανή. Κι αν είναι όντως υπολογιστής ή απλά υπολογιστήρας κατά το πυροσβεστήρας.

“Παρεμπιπτόντως”, “όσον αφορά”, “ανέκαθεν”, “στη μια το μεσημέρι”, διγενείς επιθετικοί προσδιορισμοί, η διατήρηση του “ν” στο τέλος των άρθρων ο τονισμός στη γενική…
Κάνω λάθη. Πολλά. Το ξέρω. Προσπαθώ.

May the Force b with u…

papet

8 Ιουνίου 2006 Posted by | Διάφορα | 1 σχόλιο

Hello world!

Hello world!

Το γράφουν στο πρώτο μάθημα κάθε tutorial. Είναι η πρώτη "εφαρμογή" που φτιάχνει κάθε επίδοξος προγραμματιστής. Η πρώτη δημοσίευση σε ένα blog. Συμβολίζει γεννητούρια. Καλημέρα λοιπόν.

 Όχι πάντα με χαμόγελο. Δεν είναι φυσιολογικό. Ούτε και με νεύρα ή σκυθρωπή διάθεση. Απλά. Καλημέρα.

Συνηθίζεται το αρχικό μήνυμα (editorial το λένε άλλοι) κάθε, περιοδικής ή μη, συλλογής δημοσιευμάτων να περιλαμβάνει ευχές προς εαυτούς και αλλήλους, μεγαλεπίβολα σχέδια για το μέλλον, όρκους πίστης, αγάπης κι αφοσίωσης… Μπα…

Απλά. Καλημέρα.

May the Force b with u…

papet

7 Ιουνίου 2006 Posted by | Διάφορα | 2 Σχόλια